Ακούγεται συχνά – και ορθώς – ότι η στεγαστική κρίση αποτελεί ευρωπαϊκό φαινόμενο. Πράγματι, η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων και στα ενοίκια, το αυξημένο κόστος κατασκευής, τα υψηλότερα επιτόκια των προηγούμενων ετών και η περιορισμένη προσφορά κατοικιών έχουν δημιουργήσει πιέσεις σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κρίση έχει παντού την ίδια ένταση. Και κυρίως δεν σημαίνει ότι όλες οι χώρες εισήλθαν σε αυτήν έχοντας τα ίδια θεσμικά εργαλεία, το ίδιο απόθεμα κοινωνικής κατοικίας και την ίδια οικονομική αντοχή των νοικοκυριών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ελληνική ιδιαιτερότητα.
Η χώρα μας καλείται να αντιμετωπίσει μια στεγαστική κρίση έχοντας ταυτόχρονα πολύ υψηλή στεγαστική επιβάρυνση, μεγάλη απόσταση μεταξύ τιμών κατοικίας και εισοδημάτων, σημαντική υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης και ουσιαστικά μηδενική δυναμική οργανωμένης κοινωνικής κατοικίας.
Δεν πρόκειται, επομένως, απλώς για ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που εμφανίζεται και στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που συναντά ιδιαίτερες ελληνικές διαρθρωτικές αδυναμίες.
Κοινωνική κατοικία: Το δίχτυ προστασίας που η Ελλάδα δεν διαθέτει
Μία από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και αρκετών ευρωπαϊκών χωρών είναι η κοινωνική και προσιτή κατοικία.
Η Ελλάδα εισήλθε στη σημερινή στεγαστική κρίση ουσιαστικά χωρίς οργανωμένο και επαρκούς κλίμακας απόθεμα κοινωνικής κατοικίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2026 τοποθετεί την κοινωνική κατοικία περίπου στο 6%-7% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος της Ε.Ε., ενώ στοιχεία του ΟΟΣΑ κινούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο περίπου στο 8%.
Οι διαφορές γίνονται ακόμη πιο εμφανείς όταν εξετάσουμε επιμέρους χώρες. Στην Ολλανδία το ποσοστό κοινωνικής ή προσιτής κατοικίας προσεγγίζει το 30%, στην Αυστρία το 24%-30%, στη Δανία περίπου το 20%, στη Σουηδία το 17%-20% και στη Γαλλία το 16%-19%.
Ακόμη και κράτη της Νότιας Ευρώπης, τα οποία επίσης δεν διαθέτουν τα αποθέματα των βορειοευρωπαϊκών χωρών, έχουν κάποια υφιστάμενη βάση: περίπου 4% στην Ιταλία, 2%-3,5% στην Ισπανία και 2% στην Πορτογαλία.