Σάββατο
10
Απρίλιος
TOP

«Καμπανάκι» της ΤτΕ για τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών

Την ανάγκη εξεύρεσης λύσης για το ζήτημα των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC) των ελληνικών τραπεζών υπογραμμίζει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης του 2020 για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Μεταξύ άλλων, ο κεντρικός τραπεζίτης υπενθυμίζει ότι η ΤτΕ έχει προτείνει την ίδρυση εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού, δηλαδή την ίδρυση bad bank -μια πρόταση, την οποία ήδη εξετάζει η κυβέρνηση. Άλλωστε, όπως τόνισε ο κ. Στουρνάρας, οι δύο σημαντικότεροι κίνδυνοι τους οποίους θα αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία στη μετα-πανδημική εποχή θα είναι ο μεγάλος αριθμός πτωχεύσεων επιχειρήσεων και η κατάργηση πολλών θέσεων εργασίας.

«Στην περίπτωση που δεν επιλεγεί τελικά η πρόταση της ΤτΕ, θα πρέπει να βρεθεί ένας εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, συνεπής με την κείμενη νομοθεσία περί κεφαλαιακών απαιτήσεων» σπεύδει να προσθέσει ο κ. Στουρνάρας.

Σημειώνει δε, ότι η δέσμευση σημαντικών δημόσιων πόρων για τη στήριξη των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή» θα πρέπει να εξασφαλίζει «την οριστική και ολιστική αντιμετώπιση τόσο του προβλήματος των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (NPLs) όσο και του προβλήματος του πολύ υψηλού ποσοστού των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αναβαλλόμενος φόρος προκύπτει όταν ένα έσοδο ή ένα έξοδο αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα χρήσεως, αλλά το φορολογικό όφελος ή η επιβάρυνση, αντίστοιχα, αναβάλλεται και πραγματοποιείται σε μεταγενέστερο χρόνο. Εν ολίγοις, είτε ως περιουσιακό στοιχείο είτε ως υποχρέωση (σ.σ. στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών), αναγνωρίζεται αρχικά και επιμετράται μεταγενέστερα.

Αυτή την στιγμή, ο αναβαλλόμενος φόρος των ελληνικών τραπεζών υπολογίζεται σε περίπου 15 δισ. ευρώ, λόγω των ζημιογόνων χρήσεων των προηγούμενων ετών -και κυρίως της οικονομικής κρίσης.

 

Ο «χάρτης» των κόκκινων δανείων

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) διαμορφώθηκαν στο τέλος του Δεκεμβρίου 2020 σε 47,4 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 21 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος του Δεκεμβρίου 2019. Το ποσοστό των NPLs, παρ’ όλα αυτά, παραμένει υψηλό και κυμαίνεται σε 30,2% (έναντι μέσου όρου μόλις 2,8% στην Ε.Ε.)

Σε σχέση όμως, με τον Μάρτιο του 2016, έχει επιτευχθεί μείωση κατά περίπου 60 δισ. ευρώ, η οποία οφείλεται ως επί το πλείστον σε πωλήσεις δανείων και διαγραφές -και πολύ λιγότερο σε εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης. Ως προς τη διάρθρωση των «κόκκινων» δανείων, σε απόλυτα μεγέθη, πάνω από το 50% αφορά επιχειρηματικά δάνεια, το 1/3 περίπου στεγαστικά και το υπόλοιπο καταναλωτικά δάνεια.

Επίσης, το 50% του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων αφορά δάνεια που έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες, ενώ το υπόλοιπο των NPLs που συνδέεται με ρυθμίσεις, αντιπροσωπεύει περίπου το 1/3. Επί του συνόλου των δανείων, εξυπηρετούμενων και μη, σε καθεστώς ρύθμισης υπάγεται περίπου το 1/5.

Με τον «Ηρακλή 2», ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 25% -χωρίς ωστόσο να συνυπολογίζονται τα νέα «κόκκινα» δάνεια που θα δημιουργηθούν από την πανδημία, μετά τη λήξη των έκτακτων μέτρων στήριξης.

«Συνεπώς, είναι απαραίτητο να αναληφθούν πρόσθετες ενέργειες, οι οποίες θα διευκολύνουν την εμπροσθοβαρή αναγνώριση των ζημιών λόγω αυξημένου πιστωτικού κινδύνου εξαιτίας της πανδημίας και την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών μαζί με την αντιμετώπιση του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων» τονίζει ο κ. Στουρνάρας, επιμένοντας στην πρόταση για bad bank.

 

 

πηγη