Πέμπτη
15
Ιανουάριος
TOP

Game changer

του Μάνου Λαμπράκη
Αν υπάρχει σήμερα ένα πολιτικό πρόσωπο που μπορεί να λειτουργήσει ως game changer, επειδή απειλεί να αποσυντονίσει ριζικά το ίδιο το πολιτικό σύστημα, αυτό είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Όχι ως «επιστροφή», αλλά ως πιθανότητα απόφασης.
Ο game changer δεν είναι ποτέ προϊόν πρόθεσης καλής διακυβέρνησης.
Είναι αποτέλεσμα ρήξης με το αυτονόητο.
Και το αυτονόητο της παρούσας στιγμής είναι ότι η πολιτική οφείλει να παραμένει διαχειριστική, ήπια, κεντρώα, αποστειρωμένη από συγκρούσεις.
Ο Σαμαράς, ακριβώς επειδή δεν εντάσσεται πια σε αυτή τη λογική, εισβάλλει στο πεδίο ως παράγοντας αστάθειας. Και η αστάθεια, σε συνθήκες κορεσμού, είναι δύναμη.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Σαμαράς «μπορεί» να αλλάξει το παιχνίδι, αλλά αν η ίδια η συγκυρία τον καθιστά αναπόφευκτο ως game changer.
Η Νέα Δημοκρατία, παρά την τυπική της κυριαρχία, εμφανίζει όλα τα συμπτώματα ενός κόμματος που έχει εξαντλήσει το αφήγημά του: τεχνοκρατική επάρκεια χωρίς κοινωνικό πάθος, διαχείριση χωρίς πολιτικό κίνδυνο, εξουσία χωρίς ορατό αντίπαλο και άρα χωρίς λόγο ύπαρξης.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο game changer δεν προκύπτει από το μέλλον, αλλά από το παρελθόν που επιστρέφει ως απειλή. Ο Σαμαράς δεν προσφέρει συνέχεια. Αντίθετα, προσφέρει ρήξη εντός της ίδιας της παράταξης, κάτι που η Νέα Δημοκρατία έχει εκπαιδευτεί να αποφεύγει με κάθε κόστος.
Η αναρχία του φαινομένου έγκειται εδώ: αν ο Σαμαράς αποφασίσει να επανιδρύσει πολιτικό κόμμα, δεν το κάνει για να «διορθώσει» τη δεξιά, αλλά για να αποκαλύψει τη γύμνια της.
Ένα τέτοιο κόμμα δεν χρειάζεται να είναι πλειοψηφικό για να είναι καταστροφικό. Αρκεί να είναι σαφές. Η σαφήνεια, σήμερα, είναι επαναστατική πράξη. Ο game changer δεν λειτουργεί με όρους αριθμητικής, αλλά με όρους συμβολικής απορρύθμισης: αφαιρεί από την κυβερνώσα παράταξη το δικαίωμα να ορίζει τι είναι «λογικό», «υπεύθυνο», «ρεαλιστικό». Και όταν αυτό χαθεί, η εξουσία αποσυντίθεται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.
Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο εκρηκτική αν ληφθεί υπόψη η ανάδυση ενός πολιτικού λόγου ηθικής αγανάκτησης, με την Μαρία Καρυστιανού να συμπυκνώνει, μέσα από τις μετρήσεις και την πρόθεση κομματικής συγκρότησης, ένα βαθύ αίτημα δικαιοσύνης και τιμωρίας.
Εδώ ο Σαμαράς δεν λειτουργεί ως αντίπαλος, αλλά ως παράλληλος αποσταθεροποιητής. Το ένα ρεύμα απονομιμοποιεί το σύστημα ηθικά, το άλλο το απονομιμοποιεί πολιτικά.
Και ο συνδυασμός αυτών των δύο είναι αυτός που μετατρέπει την κανονικότητα σε εύθραυστο προσωπείο. Ο game changer δεν ανταγωνίζεται την αγανάκτηση. Την αφήνει να κάψει το έδαφος και πατά επάνω στα αποκαΐδια της για να επαναφέρει τη σύγκρουση.
Αναρχικό είναι και το γεγονός ότι ο Σαμαράς δεν υπόσχεται «κάτι καινούργιο», αλλά κάτι επικίνδυνα παλιό: ιδεολογία. Σε μια εποχή όπου η πολιτική έχει μεταφραστεί σε dashboards, δείκτες και μητσοτακικά success stories, η επιστροφή της ιδεολογικής σύγκρουσης μοιάζει σχεδόν βίαιη. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι game changer.
Δεν απειλεί μόνο την εκλογική ισορροπία, αλλά το ίδιο το στυλ της εξουσίας. Υποχρεώνει όλους τους παίκτες να πάρουν θέση, να μιλήσουν καθαρά, να εκτεθούν. Η αναρχία εδώ δεν είναι χάος. Είναι άρνηση της σιωπηρής συμφωνίας ότι «έτσι παίζεται το παιχνίδι».
Αν ο Αντώνης Σαμαράς είναι ο game changer αυτής της στιγμής, δεν είναι επειδή έχει την απάντηση, αλλά επειδή επαναφέρει το ερώτημα. Και η πολιτική, όταν χάνει τα ερωτήματά της, μετατρέπεται σε διοίκηση. Ο game changer είναι εκείνος που διαλύει αυτή τη μετάλλαξη.
Αν ο Σαμαράς προχωρήσει στην επανίδρυση κόμματος, το πολιτικό πεδίο δεν θα αναδιαταχθεί απλώς. Θα απογυμνωθεί. Θα φανεί ποιοι αντέχουν τη σύγκρουση και ποιοι επιβιώνουν μόνο μέσα στη διαχείριση.
Αυτό, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, είναι ήδη μια αλλαγή παιχνιδιού.