Η Ελλάδα παραμένει συγκλονισμένη από τα όσα βγαίνουν ως λεπτομέρειες για την άγρια γυναικοκτονία που σημειώθηκε τα ξημερώματα της περασμένης Δευτέρας στην Καλαμάτα. Την στιγμή που η οδύνη και η οργή έχουν φωλιάσει σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε σοκ, με το θέμα αυτό να μονοπωλεί τα πάντα στην καθημερινότητα της πόλης, έρχονται οι μαρτυρίες και τα λόγια που συνθέτουν το παζλ της κακοποίησης που ζούσε η 39χρονη που κατακρεουργήθηκε με 45 μαχαιριές και έφερε συνολικά πάνω από 100 χτυπήματα.
Μέσα σε αυτά εξέλιξη είναι η μετακίνηση χθες το βράδυ από τα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Μεσσηνίας στο Νοσοκομείο της Καλαμάτας του 41χρονου καθ’ ομολογία δολοφόνου. Ο 41χρονος υποστήριξε ότι είχε έντονους πόνους στα μάτια και με ισχυρή αστυνομική δύναμη μεταφέρθηκε φρουρούμενος με μια μεγάλη κινητοποίηση να υπάρχει για τη μεταγωγή του αυτή. Αφού ολοκληρώθηκε η εξέτασή του με το “πράσινο φως” των γιατρών και μετά από περίπου 2 ώρες επέστρεψε στα κρατητήρια.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αναφορές ο 41χρονος, φέρεται να είχε βάλει “κοριό” και στο σπίτι του ζευγαριού για να παρακολουθεί συνομιλίες της συζύγου του. Οι αστυνομικοί έψαξαν το διαμέρισμα για να βρουν τον καταγραφέα, με τις αρχές να διερωτώνται πότε αφαιρέθηκε από το σπίτι, πριν ή μετά από τη δολοφονία. Έχει βρεθεί ένας μεγάλος όγκος ηχογραφήσεων σε αρχεία στον υπολογιστή του δράστη, με τις αρχές να το ερευνούν. Αν αφαιρέθηκε μετά τον φόνο, η ερώτηση είναι εάν έχει καταγράψει τις φρικτές τελευταίες στιγμές που έζησε στα χέρια του άντρα της.
Η γυναικοκτονία στην Καλαμάτα δεν στέρησε μόνο τη ζωή μιας 39χρονης γυναίκας, αλλά άφησε πίσω της δύο ανήλικες κόρες, ηλικίας 10 και 6 ετών. Τα δύο κορίτσια παραμένουν υπό φροντίδα στο νοσοκομείο, ωστόσο κανείς δεν γνωρίζει ακόμη πού θα ζήσουν όταν ολοκληρωθεί η περίοδος αυτή, στην οποία υποστήρίζονται από ειδικούς. Οι εξετάσεις να σημειωθεί που έγιναν δεν έδειξαν κάποιο πρόβλημα, ενώ από το πρώτο και βασικό πρωτόκολλο υπάρχει η πεποίθηση πως δεν τους είχαν χορηγηθεί ηρεμιστικά το μοιραίο βράδυ.