Κυριακή
27
Σεπτέμβριος
TOP

Η άλωση της Τριπολιτσάς και η σφαγή που ακολούθησε, μέσα από τις αφηγήσεις των οπλαρχηγών της Επανάστασης

Την άλωση της Τριπολιτσάς ακολούθησε μια μεγάλη σφαγή αμάχων και η λεηλασία της πόλης

Η Άλωση της Τριπολιτσάς, τον Σεπτέμβριο του 1821, αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές αλλά και πιο αμφιλεγόμενες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης. Η στρατιωτική νίκη των επαναστατών απέναντι στο σημαντικότερο οθωμανικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Πελοποννήσου είχε τεράστια σημασία για την εξέλιξη του Αγώνα. Όμως μετά την κατάληψη της πόλης ακολούθησε μεγάλης κλίμακας σφαγή και λεηλασία.

Για δεκαετίες, ιστορικοί και ερευνητές διαφωνούν κυρίως ως προς τον αριθμό των θυμάτων και τις ακριβείς συνθήκες της σφαγής. Οι μαρτυρίες των ίδιων των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Και ορισμένες από αυτές είναι συγκλονιστικές.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: “Έκοβε και εσκότωνε”

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματά του (Διήγησις συμβάντων
της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836. Αθήνα, 1846), δεν αποσιωπά τη
σφαγή. Γράφει:

“Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη… Το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, 32.000, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς”.

Η μαρτυρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή προέρχεται από τον ίδιο τον αρχηγό των επαναστατικών δυνάμεων. Ο αριθμός των 32.000, δεν θεωρείται αξιόπιστος ως ακριβής απολογισμός νεκρών, αφού άλλες πηγές διαφέρουν σημαντικά. Δεν είναι επίσης ξεκάθαρο, αν ο Κολοκοτρώνης εννοεί ότι ο συνολικός πληθυσμός ήταν 32.000 και όχι ότι σφαγιάστηκαν όλοι.

Η φράση “32.000, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς” αφήνει περιθώρια ασάφειας.
Σε άλλο σημείο ο Κολοκοτρώνης περιγράφει κάτι διαφορετικό, αλλά εξίσου αποκαλυπτικό. Όταν μπήκε στην πόλη, του έδειξαν τον πλάτανο όπου οι Οθωμανοί είχαν απαγχονίσει Έλληνες:

“Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσά με έδειξαν εις το παζάρι τον Πλάτανο όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας… και εδιάταξα και τον έκοψαν, επαρηγορήθηκα και διά τον σκοτωμόν των Τούρκων”.
Έτσι, μέσα σε λίγες γραμμές, ο Κολοκοτρώνης καταγράφει τόσο τη μνήμη της οθωμανικής καταπίεσης όσο και τη βία της εκδίκησης που ακολούθησε την κατάληψη.

Φωτάκος: “Το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων”

Ακόμη πιο προσωπική είναι η μαρτυρία του Φωτάκου, δηλαδή του Φωτίου Χρυσανθόπουλου, στο έργο του Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, 1858.Γράφει:
“Ακόμα και τώρα έρχεται στο νου μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν τη σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους…”
Ο Φωτάκος περιγράφει επίσης την αναρχία που ακολούθησε την κατάληψη και αναφέρεται σε “πολλά αδικήματα και άλλα ατακτήματα”. Η μαρτυρία του μεταφέρει τον αναγνώστη από το πεδίο της μάχης στο εσωτερικό της κατεστραμμένης πόλης: από τους νεκρούς, στα λάφυρα, στον φόβο και στην αδυναμία επιβολής τάξης.

Γενναίος Κολοκοτρώνης: ένας διαφορετικός αριθμητικός απολογισμός

Ο Ιωάννης, γνωστός ως Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιος του Θεόδωρου, δίνει μια
διαφορετική εικόνα.

Γράφει: “Οι Έλληνες εν διαστήματι τριών ημερών εφόνευσαν υπέρ τους 5.000 μαχητάς
και ηχμαλώτισαν υπέρ τους 7.300 παντός γένους και ηλικίας… μόλις 1.500 Αλβανοί κατ’ έλεος του Κολοκοτρώνη εσώθησαν… Έλληνες εις την περίστασιν ταύτην εφονεύθησαν περί τους 150”.
(Ελληνικά Υπομνήματα ήτοι επιστολαί και διάφορα έγγραφα αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν από 1821 μέχρι 1827, Αθήνα, Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, 1856)

Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του thetoc.gr.