Η πρόσφατη ολοκλήρωση των δοκιμαστικών πτήσεων ελαφρού αμφίβιου αεροσκάφους στη θαλάσσια περιοχή του Αλίμου επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ανάπτυξη ενός οργανωμένου δικτύου υδροπλάνων στην Ελλάδα. Η εικόνα του αεροσκάφους να πραγματοποιεί διαδοχικές προσθαλασσώσεις και αποθαλασσώσεις δίπλα στο αστικό μέτωπο της πρωτεύουσας προβάλλεται από τους φορείς της επένδυσης ως σύμβολο εκσυγχρονισμού και τουριστικής αναβάθμισης της Αθηναϊκής Ριβιέρας.
Ωστόσο, αεροπορικοί αναλυτές, συγκοινωνιολόγοι, εκπρόσωποι της ναυτιλίας και στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης επισημαίνουν ότι η εγκαθίδρυση μιας τέτοιας συγκοινωνιακής υποδομής παραμένει μια ιδιαίτερα σύνθετη εξίσωση. Σε αυτή την εξίσωση, η διεθνής εμπειρία, τα αυστηρά τεχνικά δεδομένα και οι οικονομικές παράμετροι θέτουν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την επιχειρησιακή προτεραιότητα, τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και την ασφάλεια των πτήσεων σε επιβαρυμένα θαλάσσια περιβάλλοντα.
Οπως τονίζουν ειδικοί των αερομεταφορών, το βασικότερο σημείο σύγχυσης στον δημόσιο διάλογο αφορά τον πραγματικό χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας. Τα τεχνικά στοιχεία των κατασκευαστών αεροσκαφών, όπως της Cessna για το μοντέλο Grand Caravan EX που χρησιμοποιείται στις δοκιμές, δείχνουν ότι η μεταφορική ικανότητα περιορίζεται σε μόλις εννέα έως δώδεκα επιβάτες, με μέγιστη ισχύ κινητήρα στροβιλοελικοφόρου τύπου Pratt & Whitney PT6A-140. Με βάση αυτά τα λειτουργικά μεγέθη και την υψηλή κατανάλωση καυσίμου αεροπορίας JET-A1, αναλυτές της αγοράς υπολογίζουν ότι το μέσο κόστος του ναύλου θα διαμορφώνεται από 70 έως 150 ευρώ ανά διαδρομή ανά άτομο. Συνεπώς, τα υδροπλάνα δεν αποτελούν και δεν δύνανται να λειτουργήσουν ως μέσο μεταφοράς που θα υποκαταστήσει την τακτική ακτοπλοΐα ή τις συμβατικές αερογραμμές. Σύμφωνα με οικονομολόγους του τουριστικού τομέα, η αεροπορική αυτή σύνδεση εξυπηρετεί πρωτίστως ταξιδιώτες υψηλού εισοδήματος. Για τον μέσο Ελληνα πολίτη, η χρήση του μέσου καθίσταται εκ των πραγμάτων συμπληρωματική και περιστασιακή.
Παράλληλα, η επιλογή της Αθηναϊκής Ριβιέρας και ειδικότερα του Αλίμου ως κεντρικού μητροπολιτικού κόμβου φέρνει στην επιφάνεια κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας της ναυσιπλοΐας. Η μαρίνα Αλίμου συνιστά τη μεγαλύτερη υποδομή ελλιμενισμού σκαφών αναψυχής στην Ελλάδα, διαθέτοντας περισσότερες από 1.100 θέσεις και παρουσιάζοντας πυκνότατη θαλάσσια κυκλοφορία. Η κίνηση αυτή διασταυρώνεται καθημερινά με τους κυρίους διαδρόμους πλεύσης των ταχύπλοων καταμαράν, των ιπτάμενων δελφινιών και των συμβατικών επιβατηγών πλοίων που εξυπηρετούν τον Αργοσαρωνικό από το λιμάνι του Πειραιά. Επιπλέον, στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή αλλά και στις γειτνιάζουσες με αυτήν παραλιακές θαλάσσιες ζώνες δραστηριοποιείται πληθώρα δημοτικών και άλλων σχολών ιστιοπλοΐας, με εκατοντάδες μικρά και μεγαλύτερα παιδιά να εκπαιδεύονται σε μικρά ιστιοπλοϊκά. Ακόμη περισσότερο, η προβλεπόμενη κορύφωση της ζήτησης για πτήσεις με υδροπλάνα συμπίπτει με την κορύφωση των κινδύνων για πυρκαγιές που γεννούν συνεχείς ανάγκες ανεφοδιασμού των πυροσβεστικών αεροσκαφών. Σε κάθε περίπτωση, η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει ότι η συνύπαρξη αεροσκαφών και σκαφών σε κορεσμένα λιμάνια εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Χαρακτηριστικό είναι το ατύχημα που σημειώθηκε στις 8 Ιουνίου 2024 στο Coal Harbour του Βανκούβερ στον Καναδά, όταν αμφίβιο αεροσκάφος DHC-3 Otter της Harbour Air κατά τη διαδικασία αποθαλάσσωσης συγκρούστηκε με ιδιωτικό μηχανοκίνητο σκάφος αναψυχής τύπου Bayliner. Στην περίπτωση του Αλίμου, εκπρόσωποι των χρηστών της μαρίνας επισημαίνουν ότι η απαίτηση για διαδρόμους αποθαλάσσωσης μήκους τουλάχιστον 800 μέτρων δημιουργεί ανάγκες αποκλεισμού θαλασσίων ζωνών, προκαλώντας προβληματισμό για την παρακώλυση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Παράλληλα, η ηχορρύπανση σε μια πυκνοκατοικημένη αστική ζώνη αποτελεί παράγοντα που υπογραμμίζεται από περιβαλλοντικές μελέτες και συλλόγους κατοίκων.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του moneyreview.gr