Πέμπτη
18
Αύγουστος
TOP

ΙΝΣΕΤΕ: Πόσα ξοδεύουν οι τουρίστες στην Ελλάδα, η σύγκριση με την Ισπανία

Η εξέλιξη της Μέσης κατά Κεφαλήν Δαπάνης των εισερχόμενων τουριστών αποτελεί το αντικείμενο δύο μελετών που δημοσίευσε το ΙΝΣΕΤΕ στο πλαίσιο των σχετικών περιοδικών του εκδόσεων. Ειδικότερα, η πρώτη μελέτη εστιάζει στη σύγκριση της Μέσης κατά Κεφαλήν  Δαπάνης της Ελλάδας με τη Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη της Ισπανίας, το 2019 και το 2020. Στη δεύτερη μελέτη παρατίθενται στοιχεία για την εξέλιξη της Μέσης κατά Κεφαλήν Δαπάνης, της Μέσης Διάρκειας Παραμονής και της Μέσης Δαπάνης ανά Διανυκτέρευση των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα για την περίοδο 2011-2020 .

Εδώ και αρκετά χρόνια παρατηρείται μια διαρκής μείωση της Μέσης κατά Κεφαλήν Δαπάνης (ΜΚΔ) των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή έχει αποδοθεί σε διάφορα αίτια που εκτείνονται από την παγκόσμια τάση μείωσης της Μέσης Διάρκειας Παραμονής των τουριστών έως την «υποβάθμιση» του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στο να εντοπίσει τα αίτια της μείωσης αυτής, αναλύοντας τη διαχρονική μεταβολή (2011-2020) των βασικών δεικτών του εισερχόμενου τουρισμού. Οι δείκτες που αναλύονται είναι οι:

  • Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη (ΜΚΔ),
  • Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ), και
  • Μέση Διάρκεια Παραμονής (ΜΔΠ).

Δεδομένου ότι οι τρείς αυτοί δείκτες συνδέονται μέσω της ταυτότητας ΜΚΔ = ΜΔΔ * ΜΔΠ, αναλύεται η πορεία των τριών δεικτών προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο η μείωση της ΜΚΔ οφείλεται στο ότι οι εισερχόμενοι τουρίστες δαπανούν λιγότερα χρήματα κατά τον χρόνο που βρίσκονται στη χώρα (δηλαδή λόγω μείωσης της ΜΔΔ) ή στο ότι παραμένουν λιγότερο χρόνο στη χώρα (δηλαδή λόγω μείωσης της ΜΔΠ)

Η σημασία του μίγματος αγορών για την εξέλιξη της ΜΚΔ

Όπως αναλύθηκε στις μελέτες «Ακτινογραφία Εισερχόμενου Τουρισμού 2005-2017» και «Ακτινογραφία Εισερχόμενου Τουρισμού 2016-2018», τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε μια σημαντική μεταβολή του μίγματος αγορών2 των εισερχόμενων τουριστών με κύριο χαρακτηριστικό τη σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση αυτών που προέρχονται από όμορες βαλκανικές χώρες και από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι τουρίστες αυτοί έχουν χαμηλότερα εισοδήματα από ότι οι τουρίστες από τις παραδοσιακές αγορές της Ελλάδας και εύλογα αναμένει κανείς να δαπανούν και λιγότερα χρήματα κατά τις διακοπές τους. Το 2020, σύμφωνα με την μελέτη «Ακτινογραφία Εισερχόμενου Τουρισμού 2016-2020», παρατηρήθηκε αλλαγή στο μίγμα αγορών σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως λόγω των ταξιδιωτικών περιορισμών που επιβλήθηκαν εξαιτίας της πανδημίας και των αυστηρών ελέγχων στους μεθοριακούς σταθμούς για την είσοδο στην χώρα (απαραίτητη η επίδειξη αρνητικού PCR test 72 ωρών). Προκειμένου να απομονώσουμε την επίπτωση στη μεταβολή της ΜΚΔ από τη μεταβολή του μίγματος αγορών συγκρίναμε την πραγματική εξέλιξη των 3 δεικτών με τους αντίστοιχους «Υποθετικούς», με την υπόθεση εργασίας ότι το μίγμα αγορών έχει παραμείνει αμετάβλητο από το 2011.

 

Η Πανδημία του κορωνοϊού και ο τουρισμός

Αναμφίβολα, σε παγκόσμιο επίπεδο ο κλάδος των τουριστικών υπηρεσιών ήταν αυτός που δέχτηκε το ισχυρότερο πλήγμα από την έναρξη της πανδημίας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού (UNWTO), ο παγκόσμιος τουρισμός την περίοδο 2019-2020 κατέγραψε μείωση διεθνών αφίξεων κατά -74% το οποίο μεταφράζεται σε απώλειες περίπου 1,08 δισ. διεθνών αφίξεων, λόγω της άνευ προηγουμένου πτώσης της ζήτησης και των εκτεταμένων ταξιδιωτικών περιορισμών. Η κατάρρευση του παγκόσμιου τουρισμού, μεταφράζεται σε απώλειες $ 1,3 τρισ. σε έσοδα από εξαγωγές, 11 φορές περισσότερα από τις απώλειες που καταγράφηκαν κατά την διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2009.

Σε αυτό το δυσμενές τουριστικό περιβάλλον, ο ελληνικός τουρισμός δεν θα μπορούσε να μείνει αλώβητος, διακόπτοντας την ανοδική πορεία που κατέγραψαν στο σύνολο τους τα τουριστικά μεγέθη της χώρας έως και τον Φεβρουάριο του 2020.

Συγκεκριμένα, μεταξύ 2019 και 2020, καταγράφηκε μείωση αφίξεων κατά -76,5% (από 31.348 χιλ. το 2019 σε 7.375 χιλ.) και μείωση εισπράξεων κατά -75,6% (από € 17.680 εκατ. σε € 4.310 εκατ.). Πέρα όμως από την επίδραση στα τουριστικά μεγέθη, η πανδημία επηρέασε και το μίγμα αγορών του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, μεταξύ 2019 και 2020, οι 5 κύριες αγορές (Γερμανία, Ην. Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία) εμφάνισαν αύξηση στο μερίδιο τους από 36% το 2019 σε 50% το 2020 στις αφίξεις και από 46% σε 61% στις εισπράξεις αντίστοιχα. Αντίθετα, οι όμορες βαλκανικές αγορές, οι οποίες ως επί το πλείστον έρχονται στην Ελλάδα οδικώς, εμφάνισαν μείωση στα μερίδια τους: από 26% των αφίξεων το 2019 σε 19% το 2020 και από 9% των εισπράξεων το 2019 σε 7% το 2020. Η αλλαγή αυτή του μείγματος αγορών συνέβαλε σε αύξηση της ΜΚΔ το 2020 κατά 4% (από € 564,0 το 2019 σε € 584,4 το 2020), και αυτό διότι η ΜΚΔ των οδικώς εισερχομένων τουριστών είναι περίπου 4 φορές μικρότερη αυτής των αεροπορικώς.

Η Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα και την Ισπανία το 2019 και το 2020

Τα κύρια σημεία της πρώτης μελέτης έχουν ως εξής:

– Στη μελέτη γίνεται προσαρμογή της Μέσης κατά Κεφαλήν Δαπάνης που δημοσιεύουν οι δύο χώρες (€ 1.041 για την Ισπανία και € 584 για την Ελλάδα για το 2020 και € 1.101 και € 564 αντίστοιχα για το 2019) ώστε να αποτυπώνονται συγκρίσιμα μεγέθη και συγκεκριμένα μόνο η δαπάνη που έγινε στην κάθε χώρα (εξαιρουμένου του κόστους μετάβασης) και μόνο για τουρίστες με τουλάχιστον μία διανυκτέρευση.

-Με βάση αυτή την προσαρμογή, η μέση δαπάνη στην Ελλάδα το 2019 υστερεί αυτής της Ισπανίας κατά € 9 ευρώ (από € 537 βάσει δημοσιευμένων στοιχείων) ενώ το 2020 η μέση δαπάνη στην Ελλάδα υπερτερεί αυτής της Ισπανίας κατά € 41 ευρώ (από 457 Ευρώ).

-Μέρος αυτής της διαφοράς οφείλεται στο ότι οι δύο χώρες δέχονται τουρίστες από διαφορετικές αγορές και, συγκεκριμένα, η Ελλάδα δέχεται μεγάλο αριθμό τουριστών από τις όμορες Βαλκανικές χώρες. Οι τουρίστες αυτοί έχουν χαμηλότερη Μέση Δαπάνη και ως εκ τούτου ωθούν τον συνολικό μέσο όρο της μέσης δαπάνης προς χαμηλότερα επίπεδα

-Η διαφορά υπέρ της Ελλάδας το 2020, οφείλεται στην αλλαγή του μίγματος αγορών, με αύξηση του μεριδίου των κύριων αγορών μας και μείωση των βαλκανικών. Για να μπορέσουμε να συγκρίνουμε τις δύο αγορές, προχωρήσαμε στην υπόθεση εργασίας ότι η Ελλάδα έχει το ίδιο market mix με την Ισπανία. Με την υπόθεση εργασίας, η διαφορά στη μέση δαπάνη που μένει στην κάθε χώρα αντιστρέφεται υπέρ της Ελλάδας, κατά 44 Ευρώ για το 2019 και κατά 68 Ευρώ για το 2020.

-Στη συνέχεια εξετάζεται η μέση δαπάνη ως προς το σύνολο της δαπάνης, δηλαδή περιλαμβανομένης όχι μόνο της δαπάνης που καταλήγει στη χώρα-προορισμό, αλλά και της δαπάνης που γίνεται εκτός αυτής (πχ αεροπορικό εισιτήριο, προμήθεια ενδιάμεσων κλπ.). Από τις τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για το 2020, στις δύο (Γερμανία και Ιταλία) η μέση δαπάνη των τουριστών στην Ελλάδα είναι οριακά χαμηλότερη (~9 €) απ’ ότι η αντίστοιχη στην Ισπανία ενώ στις υπόλοιπες δύο είναι υψηλότερη – από € 9 ευρώ για το Ην. Βασίλειο έως € 434 ευρώ για τη Γαλλία, από την οποία η Ισπανία έλκει μεγάλο μέρος του οδικώς εισερχόμενου τουρισμού της.

-Τα στοιχεία αυτά αποδομούν την αντίληψη ότι η Ελλάδα, συγκρινόμενη με τους κύριους ανταγωνιστές, είναι ένας φθηνός προορισμός για τους Ευρωπαίους τουρίστες, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις οι ευρωπαίοι τουρίστες στην Ελλάδα δαπανούν περίπου τα ίδια, εάν όχι και περισσότερα, απ’ ότι στην Ισπανία.

Η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των εισερχόμενων τουριστών στην Ελλάδα, 2011-2020

Τα κύρια σημεία της δεύτερης μελέτης έχουν ως εξής:

-Η Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη (ΜΚΔ) παρουσιάζει μια σαφή τάση μείωσης έως το 2016, μια σταθεροποίηση στη συνέχεια και μια σημαντική αύξηση το 2019 και το 2020. Συνολικά, την περίοδο 2011-2020  παρατηρείται μείωση -8,6%, από € 639,5 σε € 584,4.

-Η μείωση της Μέσης κατά Κεφαλήν Δαπάνης (ΜΚΔ) κατά € -55,0 / -8,6% τα τελευταία δέκα χρόνια στην Ελλάδα, παρά την αύξηση των τελευταίων δύο χρόνων κατά +12,5% (από € 519,6 το 2018 σε € 584,4 το 2020), συνέβη πρωτίστως λόγω της μείωσης της Μέσης Διάρκειας Παραμονής (ΜΔΠ) κατά -0,5 διανυκτερεύσεις / -5,5%, παρά την αύξηση το 2020 κατά +17,1% (από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 8,7 διανυκτερεύσεις το 2020) και δευτερευόντως λόγω της μείωσης της Μέσης Δαπάνης ανά Διανυκτέρευση (ΜΔΔ) κατά € -2,3 / -3,3%.

-Παρά την αλλαγή του μίγματος αγορών που παρατηρήθηκε το 2020, με αύξηση του μεριδίου των παραδοσιακών αγορών μας, που έχουν υψηλότερη ταξιδιωτική δαπάνη έως και 4 φορές σε σύγκριση με τις οδικές αφίξεις, και μείωση του μεριδίου των αγορών από τα Βαλκάνια και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η ΜΚΔ δεν έφτασε στα επίπεδα που ήταν το 2011 (€ 584,4 το 2020 έναντι € 693,5 το 2011).

-Συγκεκριμένα, την περίοδο 2011-2020 οι παραδοσιακές αγορές του ελληνικού τουρισμού (Γερμανία, Ην. Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία και Ολλανδία) εμφάνισαν αύξηση του μεριδίου τους από 40% το 2011 σε 50% το 2020 και αυτό παρά την μείωση που σημείωσαν οι αφίξεις από αυτές τις αγορές κατά -44,4% (από 6,6 εκατ. το 2011 σε 3,7 εκατ. το 2020). Αντίθετα, οι νέες αγορές (Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία) εμφάνισαν μείωση στο μερίδιο τους, από 21% το 2011 σε 19% το 2020, λόγω του υψηλότερου ρυθμού μείωσης των αφίξεων από τις αγορές αυτές (-58,2%, από 3,4 εκατ. το 2011 σε 1,4 εκατ. το 2020).