Πέμπτη
8
Δεκέμβριος
TOP

Μέχρι πού μπορεί να το πάει ο Ερντογάν

Το ερώτημα επέστρεψε πιο πιεστικό από κάθε άλλη φορά. Πού το πάει ο Ερντογάν; Θα συνεχίσει τις εμπρηστικές δηλώσεις και τις προκλήσεις στο Αιγαίο και τον Εβρο ή θα ξεκινήσει πόλεμο με την Ελλάδα; Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει τις προθέσεις του Τούρκου προέδρου. Ούτε οι Ελληνες πολίτες που ανησυχούν κάθε μέρα και περισσότερο, ούτε οι «επαγγελματίες» των εθνικών θεμάτων (διπλωμάτες, στρατιωτικοί και επιστήμονες-αναλυτές), αλλά ούτε και η κυβέρνηση στην Αθήνα

γράφει ο Μπάμπης Κούτρας για το www.protothema.gr
Κανείς δεν παίρνει το ρίσκο μιας πρόβλεψης για τις προθέσεις του Ερντογάν και πολύ καλά κάνει. Πολλές φορές μέχρι τώρα αποδείχθηκε ότι ο λειτουργεί πέραν της λογικής όχι μόνο στις σχέσεις του με την Ελλάδα, αλλά και με τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και τους Αραβες. Αρχές Μαρτίου κάλεσε τον Ελληνα πρωθυπουργό στο παλάτι του Βοσπόρου, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο του διαλόγου, αμέσως μετά πέρασε στις προκλήσεις, το καλοκαίρι οι τόνοι έπεσαν και στο τέλος Αυγούστου φτάσαμε στο «Μητσοτάκης γιοκ».
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει μέχρι πού φτάνει η παράνοια του Ερντογάν, αλλά αν πραγματικά σχεδιάζει να ανοίξει στρατιωτικό μέτωπο στο Αιγαίο ή στον Εβρο, διάλεξε τη χειρότερη στιγμή για τον ίδιο. Ποτέ στο παρελθόν η Ελλάδα δεν ήταν τόσο καλά οργανωμένη σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο για να αντιμετωπίσει μια απειλή από Ανατολάς. Στο παρελθόν, κάθε φορά που η Τουρκία στράφηκε εναντίον της Ελλάδας ή της Κύπρου, είχε φανερά ή μυστικά τις «πλάτες» ή την ανοχή της Αμερικής. Τη στήριζε, την καθοδηγούσε, την εξόπλιζε, την κάλυπτε, μπορεί και να την ενθάρρυνε στις επιδιώξεις της σε βάρος της χώρας μας, με πρόσχημα τη γεωστρατηγική της θέση κοντά στη Ρωσία και τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής. Είναι η πρώτη φορά που το αμερικανικό δόγμα στην περιοχή άλλαξε με εντυπωσιακό τρόπο και η Ουάσινγκτον «επενδύει» στην Ελλάδα.

Το «παιχνίδι» του Ερντογάν με τον Πούτιν, η αγορά των πυραύλων S-400, η αντιπαράθεση με το Ισραήλ, η σύγκρουση με την Αίγυπτο για τη Λιβύη, η επεκτατική πολιτική απέναντι στους γείτονες μετέτρεψαν την Αγκυρα από «αγαπημένο παιδί» των ΗΠΑ σε παράγοντα αστάθειας και προβλημάτων. Ποιος θα μπορούσε πριν από μερικά χρόνια να προβλέψει ότι το αμερικανικό Κογκρέσο θα άναβε «κόκκινο» στον εκσυγχρονισμό των F-16 όταν η Τουρκία υπήρξε συμπαραγωγός στην κατασκευή τους. Ποιος θα περίμενε ότι θα έμεναν εκτός προγράμματος των F-35 όταν έχουν ήδη προκαταβάλει 2-3 δισ. δολάρια; Και όλα αυτά τη στιγμή που η αμερικανική κυβέρνηση απλώνει τις βάσεις της στην Ελλάδα, με πυρήνα την ακριτική Αλεξανδρούπολη, ενθαρρύνει τους διεθνείς πετρελαϊκούς κολοσσούς να στήσουν γεωτρύπανα στην κυπριακή ΑΟΖ και άρει το εμπάργκο όπλων προς τη Λευκωσία. Κι ακόμη, μπορεί πράγματι η Ουάσινγκτον να δεχθεί αυτή τη στιγμή ένα δεύτερο πολεμικό μέτωπο και μάλιστα εντός του ΝΑΤΟ, όταν βρίσκεται σε εξέλιξη η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία;

Από μόνη της η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ θα μπορούσε να αναχαιτίσει τις επιδιώξεις του Ερντογάν σε βάρος της χώρας μας, αλλά δεν είναι μόνο αυτή. Η καθαρή θέση της Γαλλίας υπέρ της Ελλάδας, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στο Αιγαίο και η πολιτική στήριξη σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς λειτουργούν σαν ένας δεύτερος ευρωπαϊκός βραχίονας υποστηρικτικός προς τη χώρα μας. Ακόμη και η συνήθως φιλοτουρκική Γερμανία φαίνεται πως έχει απομακρυνθεί από την Αγκυρα για τους δικούς της λόγους που έχουν να κάνουν με τους εκβιασμούς Ερντογάν για το Μεταναστευτικό. Στις διεθνείς συμμαχίες που έχει πετύχει η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να προσθέσουμε και την ουσιαστική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Νέα αεροσκάφη, νέα πλοία, σύγχρονα άρματα μάχης σε αντικατάσταση εκείνων που δώσαμε στην Ουκρανία θωρακίζουν τα νησιά και τον Εβρο και στέλνουν απέναντι το μήνυμα ότι «δεν θα είναι εύκολο».

Ο Ερντογάν έχει τους λόγους του για να συνεχίζει την επιθετική του πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Πιθανόν θέλει να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη στην Τουρκία από τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ισως να σχεδιάζει να αναβάλει τις εκλογές με πρόσχημα μια κρίση με την Ελλάδα. Μπορεί να φοβάται τα «καψόνια» των ΗΠΑ. Ο,τι κι αν συμβαίνει, το κλίμα έντασης μπορεί να τον διευκολύνει. Ενα «θερμό» μέτωπο όχι.