Η επόμενη δεκαετία αναμένεται να είναι καθοριστική για τα μεγάλα βήματα της ανθρωπότητας προς τη μόνιμη παρουσία στη Σελήνη, με βασικό στόχο τη δημιουργία μιας οργανωμένης βάσης.
Στο επίκεντρο αυτής της παγκόσμιας προσπάθειας βρίσκεται και ο Μεσσήνιος Δρ. Περικλής Παπαδόπουλος, Καθηγητής Αεροδιαστημικής Μηχανικής και Αστροφυσικός, ο οποίος διαδραματίζει κομβικό ρόλο σε κορυφαίες διαστημικές αποστολές. Ο ίδιος άλλωστε έχει υπογράψει την ιστορική προσαρείωση του Curiosity και την αποστολή του πρώτου ελληνικού δορυφόρου του Λ Sat στο διάστημα, ενώ έχει διακριθεί πολλές φορές για το σπουδαίο ερευνητικό του έργο.
Μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του BEST, ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε στη συμμετοχή του στην αποστολή Artemis II, καθώς η ομάδα του αποτέλεσε κρίσιμο κρίκο στην «αλυσίδα» της επιτυχίας, έχοντας την ευθύνη για το Θερμικό Σύστημα και το Land Recovery.
«Επανερχόμαστε σε αποστολές επανδρωμένες στη Σελήνη ύστερα από 50+ χρόνια» μετά την εποχή του Apollo 17, είπε, εξηγώντας τη στροφή στη στρατηγική μετά το δυστύχημα του Columbia: «επιδοθήκαμε πάρα πολύ σε ρομποτικές αποστολές, λόγω υψηλού ρίσκου σε ακραία περιβάλλοντα. Πλέον μπαίνουμε σε μια καινούργια εποχή για επανδρωμένες αποστολές Σελήνη, Άρη, βάση στη Σελήνη… Είναι μια καινούργια εποχή που ξεκινά αυτή τη στιγμή την οποία θα γίνουν πάρα πολλά πράγματα σε αφορά την ιδιωτικοποίηση και της Σελήνης και θα έχει μεγάλες επιρροές όσον αφορά την τεχνολογία και στη Γη».
Η αποστολή Artemis II χαρακτηρίζεται ιστορική, καθώς «είναι η μόνη αποστολή που έχουμε πάει πιο βαθιά στο διάστημα. Έχουμε περάσει τη μαγνητόσφαιρα. Εκτίθεται ο άνθρωπος, οι αστροναύτες σε υψηλότερα επίπεδα ραδιενέργειας, που δεν έχουν γίνει στο παρελθόν».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις μεγάλες τεχνικές προκλήσεις της αποστολής, επισημαίνοντας: «Η είσοδος στη Γη, η επιστροφή από τη Σελήνη είναι μια επιστροφή υψηλής ταχύτητας στα 11 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και σε αυτό έχουμε δουλέψει εδώ και πάρα πολλά χρόνια… Δηλαδή έχουμε πολλές δυσκολίες. Είναι ένα καινούριο σύστημα, ένα επανδρωμένο σύστημα σε μεγάλες αποστάσεις και πρέπει να δοκιμαστούν όλα τα σχετικά υποσυστήματα για να έχουμε ένα reliable system για τις επόμενες αποστολές».
Ο βραβευμένος επιστήμονας στάθηκε και στη μακρόχρονη εξέλιξη του συστήματος, τονίζοντας: «Αυτό το σύστημα είναι κάτι τελείως καινούριο το οποίο είναι υπό κατασκευή εδώ και 20 χρόνια, πάνω από 15 χρόνια σίγουρα, το οποίο είναι κάτι μοναδικό», ενώ αναφέρθηκε και στον αρχικό σχεδιασμό του: «Όταν ξεκίνησε ο σχεδιασμός του συστήματος, ο τότε administrator της NASA Mike Griffin, έγινε η προσπάθεια να γίνει ένα planetary probe, μια κάψουλα η οποία μπορεί να κάνει τρεις αποστολές…».
Παράλληλα, εξήγησε τις κρίσιμες παρεμβάσεις που έγιναν μετά τα πρώτα δεδομένα πτήσης: «Στην πρώτη είσοδο και το skip-out δημιουργήθηκε πρόβλημα με την ακτινοβολία του αέρα στο shock layer… Έπρεπε να ξανασχεδιάσουμε την τροχιά να είναι πιο shallow… και συνολικά υπάρχουν δύο παράγοντες… το κατεβάσαμε κατά 30% στο Artemis ΙΙ για να μην έχουμε το ίδιο πρόβλημα που προέκυψε στην πρώτη πτήση».
Καθοριστική υπήρξε και η δική του συμβολή στο θερμικό σύστημα της αποστολής, σημειώνοντας: «Στο Artemis I μετά την πτήση του Artemis I βασικά δημιούργησα ένα review board για το θερμικό σύστημα γιατί όντως είχε πάθει μεγάλες ζημιές… έγιναν recommendations, μελέτες… έπρεπε να κάνεις rebalance το radiation και το convection heating…».
Αναφερόμενος στο μέλλον, υπογράμμισε ότι ο σχεδιασμός της NASA είναι ξεκάθαρος και φιλόδοξος, με το πρόγραμμα Moon & Mars να προβλέπει πρώτα τη δημιουργία υποδομών στη Σελήνη και στη συνέχεια την πορεία προς τον Άρη. «Βρισκόμαστε πολύ κοντά στο να γίνει η ανθρωπότητα ένα διαπλανητικό είδος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, επανέλαβε ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι καθοριστική: «Είναι όλα προγραμματισμένα και κάθε χρόνο θα δείτε μια αποστολή βασικά στη Σελήνη. Θα είναι ένα συνεχές πρόγραμμα… Φυσικά υπάρχει πάντα ρίσκο… αλλά αυτή τη στιγμή η NASA τουλάχιστον είναι committed να το ολοκληρώσει αυτό το πρόγραμμα».