Σάββατο
18
Απρίλιος
TOP

Ο Σαμαράς και οι άλλοι…

⏭ Μητσοτάκης, Τσίπρας, Γ. Παπανδρέου, υπόλογοι για τον οικονομικό μας Βεζούβιο ⏭ Όαση η διετία Σαμαρά! ⏭ Θλιβερή η Ντόρα σε ρόλο τρολ

Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Κάθε Απρίλιος φέρνει μαζί του μια πικρή γεύση στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων. Είναι ο μήνας που το 2010, με φόντο το ειδυλλιακό Καστελόριζο, η χώρα εισήλθε επίσημα στην εποχή των Μνημονίων. Σήμερα, 16 χρόνια μετά, η επέτειος αυτής της «στιγμής μηδέν» αναζητά μια ψύχραιμη, επώδυνη και αναγκαία αποτίμηση.Το κυρίαρχο αφήγημα των τελευταίων ετών επιχειρεί να πείσει την κοινή γνώμη ότι η κρίση είναι ένα «κλεισμένο κεφάλαιο» και ότι η Ελλάδα της μετα-μνημονιακής εποχής πλέει σε πελάγη ευημερίας. Ωστόσο, η πραγματικότητα της αγοραστικής δύναμης, του ιδιωτικού χρέους και της παραγωγικής αποδιάρθρωσης διαψεύδει τις επικοινωνιακές θριαμβολογίες. Η ιστορία της κρίσης και της «εξόδου» από αυτήν έχει θαφτεί κάτω από τόνους πολιτικών ευφυολογημάτων και συνθημάτων, που σκοπό έχουν να κρύψουν τις ευθύνες των μοιραίων και να υποβαθμίσουν την προσφορά εκείνων που πάλεψαν στα αληθινά χαρακώματα.

Στο δημόσιο διάλογο, η περίοδος 2012-2014, η περίοδος της διακυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά, συχνά λοιδορείται ή παραποιείται. Οι επικριτές του, οχυρωμένοι πίσω από την ευκολία της εκ των υστέρων κριτικής, χρησιμοποιούν λέξεις όπως «κωλοτούμπα» ή «αποτυχία» για να περιγράψουν μια τιτάνια προσπάθεια σταθεροποίησης μιας χώρας που βρισκόταν σε κλινικό θάνατο. Ας ξεκαθαρίσουμε τα ευφυολογήματα από την αλήθεια. Γιατί αν κάποιος πάλεψε ουσιαστικά, συγκρουόμενος τόσο με τον δογματισμό των δανειστών όσο και με τον εγχώριο λαϊκισμό, αυτός ήταν ο Αντώνης Σαμαράς.

Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της προσφοράς αλλά και της αποτυχίας, αρκεί να συγκρίνουμε τους τέσσερις πρωταγωνιστές της περιόδου: τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Αντώνη Σαμαρά, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η σύγκριση αυτή δεν μπορεί να γίνει στο κενό, αλλά πρέπει να λάβει υπόψη τις συνθήκες εκκίνησης, τα εργαλεία που είχε ο καθένας στη διάθεσή του και το τελικό αποτέλεσμα για τον μέσο πολίτη.
Σε αυτή την κλίμακα, η θέση του Αντώνη Σαμαρά είναι στην κορυφή της ευθύνης και του αποτελέσματος. Αντιθέτως, ο σημερινός Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά την εικόνα του «μεταρρυθμιστή» που φιλοτεχνεί ο επικοινωνιακός του μηχανισμός, βρίσκεται αναμφισβήτητα στον πάτο της κατάταξης. Και αυτό συμβαίνει διότι είναι ο μόνος που κυβέρνησε με «λυμένα τα χέρια», με την απόλυτη στήριξη της Ευρώπης, με πακτωλό δισεκατομμυρίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και με το Σύμφωνο Σταθερότητας σε αναστολή, και τον μόνο που κατάφερε είναι να διαχειριστεί απλώς την παρακμή της μεσαίας τάξης, την ώρα που ο Σαμαράς πάλευε να κρατήσει τη χώρα στο ευρώ με τον Σόιμπλε να την σπρώχνει στον γκρεμό.
Εν τέλει, διαπιστώνουμε ότι η «έξοδος από τα μνημόνια» παραμένει μια ημιτελής υπόσχεση, όσο η ουσιαστική πολιτική αντικαθίσταται από το «αθόρυβο μνημόνιο» της ακρίβειας και της θεσμικής απαξίωσης.
Η λάθος διάγνωση και η παράδοση της χώραςΓια να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της πρόκλησης που κλήθηκε να διαχειριστεί αργότερα ο Αντώνης Σαμαράς, πρέπει να επιστρέψει στην «ακτινογραφία» της περιόδου 2010-2011. Τότε που η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου διαπραγματεύτηκε το 1ο Μνημόνιο.

Η Ελλάδα εκείνης της εποχής, παρά τα μεγάλα ελλείμματα, δεν ήταν μια κατεστραμμένη οικονομία. Το ΑΕΠ βρισκόταν στα 226 δισεκατομμύρια ευρώ και η ανεργία, αν και αυξητική, βρισκόταν στο 12%. Το πρόβλημα ήταν καθαρά δημοσιονομικό και αφορούσε την αδυναμία αναχρηματοδότησης του χρέους. Ωστόσο, η διαχείριση που επιλέχθηκε από την τότε ελληνική πλευρά και την Τρόικα (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) υπήρξε το μεγαλύτερο οικονομικό πείραμα στην ιστορία της Ευρωζώνης, με θύμα έναν ολόκληρο λαό.Το δομικό σφάλμα, το «προπατορικό αμάρτημα», ήταν η μη διάγνωση. Η Τρόικα αντιμετώπισε ένα πρόβλημα φερεγγυότητας ως πρόβλημα ρευστότητας. Αντί να γίνει μια γενναία αναδιάρθρωση του χρέους εξαρχής –κάτι που ο Αντώνης Σαμαράς είχε επισημάνει από την πρώτη στιγμή– η Ευρώπη επέλεξε να δανείσει στην Ελλάδα 110 δισεκατομμύρια ευρώ (80 δισ. από την Ευρωζώνη και 30 δισ. από το ΔΝΤ) μόνο και μόνο για να προστατεύσει τις ευρωπαϊκές τράπεζες που ήταν εκτεθειμένες σε ελληνικά ομόλογα. Και η τότε κυβέρνηση Παπανδρέου είπε «επειδή, δεν καταλαβαίνω τι είναι αυτά που μου λέτε, εντάξει κάντε ό,τι νομίζετε»

Οι όροι του 1ου Μνημονίου ήταν εμπροσθοβαρείς και τιμωρητικοί. Η επιβολή άγριας λιτότητας σε μια οικονομία που ήδη βρισκόταν σε ύφεση, δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο. Η λογική ήταν απλοϊκή και ως εκ τούτου καταστροφική: κόβουμε δαπάνες και αυξάνουμε φόρους για να μαζέψουμε χρήματα. Όμως, στην πράξη, οι φόροι έπνιγαν την αγορά, το ΑΕΠ κατέρρεε και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, αντί να μειώνεται, εκτοξευόταν.

Η αποτυχία της συνταγής ΠαπανδρέουΠαπακωνσταντίνου ήταν παταγώδης. Μέσα σε δύο χρόνια, η ανεργία από το 12% εκτινάχθηκε στο εφιαλτικό 21,4% το 2012. Η χώρα έχασε το 1/4 του εθνικού της πλούτου. Αυτό το «οικονομικό ολοκαύτωμα» δεν ήταν νομοτέλεια. Ήταν το αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης που στερούνταν ρεαλισμού και οικονομικής διορατικότητας.Ο Γιώργος Παπανδρέου παρέδωσε τη χώρα απροετοίμαστη σε έναν μηχανισμό που δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για την ανάπτυξη, αλλά μόνο για τη δημοσιονομική συμμόρφωση. Αυτή η περίοδος δημιούργησε το υπόστρωμα του λαϊκισμού που θα σάρωνε τη χώρα τα επόμενα χρόνια, καθώς ο πολίτης έβλεπε τις θυσίες του να πηγαίνουν σε μια «μαύρη τρύπα» χωρίς κανένα φως στο βάθος του τούνελ.

Η διαφορά με τη μετέπειτα διακυβέρνηση Σαμαρά είναι χαοτική: ο Σαμαράς παρέλαβε αυτό το ερείπιο και κλήθηκε να το μετατρέψει σε λειτουργικό κράτος, την ώρα που ο Παπανδρέου είχε παραδώσει τα κλειδιά της χώρας χωρίς να εξασφαλίσει ούτε ένα στοιχειώδες δίχτυ προστασίας για την κοινωνική συνοχή. 
Η μάχη των χαρακωμάτων (2012-2014)

Η περίοδος που ξεκινά με την ανάληψη της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας από τον Αντώνη Σαμαρά και κορυφώνεται με τη διακυβέρνηση 2012-2014, αποτελεί το πιο παρεξηγημένο κεφάλαιο της σύγχρονης ιστορίας μας.

Είναι η εποχή, που το επικοινωνιακό σύστημα «βάφτισε» τη λογική αντίσταση ως «λαϊκισμό» και την εθνική ευθύνη ως «κωλοτούμπα». Είναι αδύνατον να προσπεράσουμε το ρόλο προσώπων που σήμερα αυτοπλασάρονται ως δήθεν «θεματοφύλακες της υπευθυνότητας», ενώ υπήρξαν οι αρχιτέκτονες ή οι ένθερμοι υποστηρικτές της καταστροφής.

Το «Ζάππειο» χρησιμοποιήθηκε ως χλευαστικό σύνθημα από όσους ήθελαν να εμφανίσουν τον Σαμαρά ως έναν «λαϊκιστή της δεξιάς» που υποσχόταν λαγούς με πετραχήλια. Όμως, αν διαβάσει κανείς σήμερα –δεκαέξι χρόνια μετά– τις προτάσεις εκείνες, θα δει μια καθαρή οικονομική στρατηγική: η Ελλάδα χρειαζόταν αναπτυξιακά αντίβαρα (μείωση φόρων, ρευστότητα στην αγορά) για να μην χρεοκοπήσει εν μέσω μνημονίου μάλιστα.

Ο Σαμαράς έλεγε το αυτονόητο: «Δεν μπορείς να βγεις από την κρίση μόνο με φόρους». Η ιστορία τον δικαίωσε πανηγυρικά το 2013. Τότε, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Ολιβιέ Μπλανσάρ, παραδέχθηκε ότι το Ταμείο είχε κάνει ένα «τραγικό λάθος» στους πολλαπλασιαστές της ύφεσης. Είχαν υποτιμήσει το πόσο θα κατέρρεε η οικονομία από τη βίαιη λιτότητα του 1ου Μνημονίου.

Ο Σαμαράς, λοιπόν, δεν λαΐκιζε· έκανε σωστή οικονομική διάγνωση όταν όλοι οι άλλοι προσκυνούσαν μια αποτυχημένη συνταγή.Όταν ο Σαμαράς ανέλαβε τη διακυβέρνηση το 2012, δεν βρήκε απλώς άδεια ταμεία, αλλά μια χώρα που είχε «καεί» από τις επιλογές εκείνων που σήμερα τον επικρίνουν. Και όμως:

-Πέτυχε τη μεγαλύτερη διαγραφή χρέους (106 δισ. ευρώ), διορθώνοντας το έγκλημα της μη αναδιάρθρωσης του 2010.

-Κόντρα στην Τρόικα, μείωσε τον ΦΠΑ στην εστίαση και την έκτακτη εισφορά, αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη έρχεται μέσα από την ελάφρυνση, όχι τον πνιγμό.

-Έδωσε το πρώτο Κοινωνικό Μέρισμα 500 εκατ. ευρώ το 2013.

Το 2014 η Ελλάδα ήταν «success story» όχι στα χαρτιά, αλλά στην πραγματική έξοδο προς τις αγορές.Είναι προκλητικό να βλέπουμε σήμερα την Ντόρα Μπακογιάννη, για παράδειγμα, να περιφέρεται σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, εξαπολύοντας βέλη κατά του Αντώνη Σαμαρά και παραδίδοντας μαθήματα δήθεν «ευρωπαϊκού προσανατολισμού».

Το 2010, η κ. Μπακογιάννη επέλεξε συνειδητά να ταυτιστεί με τον Γιώργο Παπανδρέου και να υπερψηφίσει ένα 1ο Μνημόνιο που ήταν εξ ορισμού εγκληματικό για την ελληνική οικονομία. Δεν επρόκειτο για μια «δύσκολη απόφαση», αλλά για μια παταγώδη αποτυχία πολιτικής διορατικότητας.

Η κ. Μπακογιάννη δεν ψήφισε απλώς μια «αναγκαία βοήθεια»· ψήφισε μια συνταγή που, όπως αποδείχθηκε, κατέστρεψε το 25% του ελληνικού ΑΕΠ. Εμφανίστηκε τότε ως η δήθεν «φωνή της υπευθυνότητας», ενώ στην πραγματικότητα ήταν η φωνή της υποταγής σε ένα σχέδιο που δεν είχε καμία πρόνοια για την ελληνική κοινωνία.

Η διαγραφή της από τον Αντώνη Σαμαρά δεν ήταν μια προσωπική βεντέτα, αλλά μια βαθιά πολιτική πράξη διαχωρισμού της Νέας Δημοκρατίας από τη μοιραία πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Ενώ ο Σαμαράς έχτιζε το μέτωπο της αναπτυξιακής αντιπολίτευσης, η Μπακογιάννη γινόταν το «δεκανίκι» μιας κυβέρνησης που οδηγούσε τη χώρα στα βράχια. Είναι, αν μη τι άλλο, οξύμωρο να εγκαλεί σήμερα τον Σαμαρά εκείνη που με την ψήφο της «έσκαψε το λάκκο» στον οποίο κλήθηκε αργότερα ο Σαμαράς να βάλει πλάτη, για να μην πέσει όλη η χώρα μέσα.

Ο Σαμαράς ήταν ο μόνος Πρωθυπουργός που «ίδρωσε» τη φανέλα στη διαπραγμάτευση. Δεν ήταν ο «καλός μαθητής» που έλεγε σε όλα ναι (όπως κάνει τώρα ο Μητσοτάκης), ούτε ο τυχοδιώκτης που έταζε σεισάχθεια (όπως ο Τσίπρας). Ήταν ο πολιτικός που ήξερε πότε να συγκρουστεί και πότε να συνθέσει για το εθνικό συμφέρον. Το 2014, η Ελλάδα ήταν έτοιμη για την έξοδο. Το γεγονός ότι η πορεία αυτή ανακόπηκε από τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ και την εσωτερική υπονόμευση, είναι το μεγαλύτεροσφάλμα της σύγχρονης Ελλάδας.

Το αχρείαστο 3ο Μνημόνιο

Αν η περίοδος Σαμαρά ήταν η εποχή της ανάρρωσης, το 2015 καταγράφεται στην ιστορία ως η εποχή της υποτροπής. Για να καταλάβουμε το μέγεθος της ζημιάς, πρέπει να δούμε τι ακριβώς παρέλαβε ο Τσίπρας τον Ιανουάριο του 2015.
Σε αντίθεση με το αφήγημα της «καμένης γης», τα στοιχεία είναι αδιαμφισβήτητα: Η κυβέρνηση Σαμαρά παρέδωσε μια οικονομία με θετικό ρυθμό ανάπτυξης (0,7% το 2014), πρωτογενές πλεόνασμα και, το κυριότερο, μια χώρα που είχε ήδη δοκιμάσει με επιτυχία την έξοδο στις αγορές. Η αξιολόγηση που εκκρεμούσε, το περιβόητο «e-mail Χαρδούβελη», αφορούσε μέτρα ύψους μόλις 900 εκατομμυρίων ευρώ. Συγκρίνετε αυτό το ποσό με τα δεκάδες δισεκατομμύρια που κόστισε η συνέχεια, και θα καταλάβετε την τραγωδία.Η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία συνοδεύτηκε από την ψευδαίσθηση ότι η πραγματικότητα μπορεί να λυγίσει μπροστά στα συνθήματα. Η περίφημη «σκληρή διαπραγμάτευση» του πρώτου εξαμήνου του 2015, με πρωταγωνιστή τον Γιάνη Βαρουφάκη, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα πείραμα θεωρίας παιγνίων με «πειραματόζωο» τις αποταμιεύσεις και το μέλλον των Ελλήνων.

Η ύβρις της περιόδου εκείνης οδήγησε αναπόφευκτα στη νέμεση. Η αβεβαιότητα προκάλεσε μια τεράστια φυγή καταθέσεων (πάνω από 40 δισ. ευρώ εγκατέλειψαν τις τράπεζες), η οποία κατέληξε στο μαύρο καλοκαίρι του 2015: το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή των capital controls. Ο Αντώνης Σαμαράς είχε παλέψει για να κρατήσει το τραπεζικό σύστημα όρθιο μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας καταιγίδας, και ο Τσίπρας το οδήγησε στην κατάρρευση μέσα σε συνθήκες ευρωπαϊκής νηνεμίας. Σήμερα δε ο Τσίπρας δηλώνει ότι έπρεπε να το είχε σκεφτεί πρώτος το κλείσιμο των τραπεζών, προτού του το επιβάλλει η Τρόικα!!!

Το αποτέλεσμα ήταν το 3ο Μνημόνιο. Ένα μνημόνιο που δεν θα χρειαζόταν ποτέ αν είχε ολοκληρωθεί η πορεία του 2014. Η χώρα αναγκάστηκε να πάρει ένα νέο δάνειο 86 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι τράπεζες χρειάστηκαν νέα ανακεφαλαιοποίηση που εξαΰλωσε τις μετοχές των παλαιών μετόχων, και –το χειρότερο όλων– η δημόσια περιουσία υποθηκεύτηκε στο Υπερταμείο για 99 χρόνια.
Ενώ ο Σαμαράς «ίδρωνε» για να μειώσει τον ΦΠΑ κατά 10 μονάδες στην εστίαση, ο Τσίπρας υπέγραφε την αύξηση των πάντων για να διορθώσει τη ζημιά που ο ίδιος προκάλεσε. Η «επανάσταση» του 2015 αποδείχθηκε η πιο ακριβή αυταπάτη της Μεταπολίτευσης. Η Ελλάδα έχασε το τρένο της οριστικής εξόδου από την κρίση και μπήκε σε μια νέα τροχιά επιτροπείας, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, 16 χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, με διαφορετικό πρόσωπο αλλά την ίδια ουσία.Η σύγκριση Σαμαρά-Τσίπρα είναι η σύγκριση μεταξύ του πολιτικού ρεαλισμού που παράγει αποτέλεσμα και του πολιτικού τυχοδιωκτισμού που παράγει ερείπια. Ο Σαμαράς έβαλε το εθνικό συμφέρον πάνω από τη δημοφιλία του. Ο Τσίπρας έβαλε τη δημοφιλία του πάνω από το εθνικό συμφέρον, και όταν αυτή κατέρρευσε, παρέδωσε τα πάντα στους δανειστές για να κρατηθεί στην καρέκλα.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Η πολιτική του «αθόρυβου» τίποτα

Αν ο Αντώνης Σαμαράς είναι ο Πρωθυπουργός που κλήθηκε να σώσει τη χώρα από το χείλος του γκρεμού με άδεια χέρια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο Πρωθυπουργός που την οδηγεί σε μια ιδιότυπη παρακμή έχοντας στα χέρια του όλα τα εργαλεία που θα ονειρευόταν κάθε προκάτοχός του. Δεκαέξι χρόνια μετά το Καστελόριζο, η σύγκριση των δύο ανδρών αναδεικνύει μια οδυνηρή αλήθεια: η επικοινωνιακή παντοδυναμία δεν ισοδυναμεί με εθνική ωφέλεια.

Για να αξιολογήσει κανείς δίκαια έναν ηγέτη, πρέπει να κοιτάξει το «γήπεδο» στο οποίο έπαιξε. Ο Σαμαράς έπαιξε σε ένα γήπεδο γεμάτο νάρκες, με τον Σόιμπλε να ζητάει την εκδίωξη της Ελλάδας από το ευρώ κάθε εβδομάδα, με μηδενική ρευστότητα και μια κοινωνία στα όρια της εξέγερσης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την άλλη, κυβερνά στις πιο ευνοϊκές συνθήκες που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα στην Ευρωζώνη: Παρέλαβε ένα χρέος του οποίου οι τόκοι και οι λήξεις είναι «κλειδωμένες» μέχρι το 2032, χάρη στις ρυθμίσεις των προηγουμένων.

– Λόγω της πανδημίας, η Ευρώπη επέτρεψε για χρόνια το «μοίρασμα» χρημάτων χωρίς τους περιορισμούς των ελλειμμάτων που έπνιξαν τον Σαμαρά.

– Ένας πακτωλός 31+ δισεκατομμυρίων ευρώ –ένα νέο «Σχέδιο Μάρσαλ»– που δόθηκε στη χώρα όχι για να σωθεί από τη χρεοκοπία, αλλά για να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο.– Τα ελληνικά ομόλογα έγιναν αποδεκτά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εξασφαλίζοντας ιστορικά χαμηλά επιτόκια δανεισμού.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της πρωτοφανούς τύχης; Μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων. Από τη μία, οι μακροοικονομικοί δείκτες και τα κέρδη των μεγάλων ομίλων (ενέργεια, τράπεζες, σούπερ μάρκετ) που ευημερούν. Από την άλλη, η μεσαία τάξη που βιώνει ένα «αθόρυβο μνημόνιο».

Ο Κ. Μητσοτάκης επέλεξε να κυβερνήσει μέσω του πληθωρισμού. Η άρνησή του να μειώσει τους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ, ΕΦΚ), σε αντίθεση με τον Σαμαρά που πάλεψε και μείωσε τον ΦΠΑ στην εστίαση εν μέσω κρίσης, οδήγησε σε μια πρωτοφανή αφαίμαξη του εισοδήματος. Η Ελλάδα του 2026 κατατάσσεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης σε αγοραστική δύναμη. Τα «Pass» και τα επιδόματα δεν είναι κοινωνική πολιτική· είναι η ανακύκλωση της υπερφορολόγησης των πολλών για τη στήριξη της εικόνας του ενός.

Ενώ ο Σαμαράς πήρε το πολιτικό κόστος να συγκρουστεί με κατεστημένα συμφέροντα και να επιβάλει δύσκολες αλλά αναγκαίες τομές, ο Μητσοτάκης επιδίδεται σε μια «μεταρρυθμιστική γυμναστική» χωρίς ουσία. Το κράτος παραμένει πελατειακό, η δικαιοσύνη αργή και η παραγωγή ανύπαρκτηΗ οικονομία βασίζεται και πάλι στην κατανάλωση και τον τουρισμό – τις ίδιες παθογένειες που μας οδήγησαν στο 2010.

Ο «σούπερ ευρωπαϊστής – μεταρρυθμιστής» Μητσοτάκης αποδεικνύεται ένας απλός διαχειριστής της επικοινωνίας. Εκεί που ο Σαμαράς έβαζε το στήθος του μπροστά στις σφαίρες της Τρόικας, ο Μητσοτάκης κρύβεται πίσω από την ασφάλεια των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η αποτυχία του να μετατρέψει την τεράστια ρευστότητα σε πραγματική ευημερία για τον πολίτη, τον τοποθετεί ηθικά και πολιτικά κάτω από όλους τους προκατόχους του. Γιατί το να αποτυγχάνεις όταν δεν έχεις τίποτα είναι ανθρώπινο· το να αποτυγχάνεις όταν τα έχεις όλα, είναι ερασιτεχνισμός καιανικανότητα.
Η δικαίωση της πράξης έναντι της επικοινωνίας

Δεκαέξι χρόνια μετά το διάγγελμα του Καστελόριζου, η Ελλάδα οφείλει επιτέλους να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη της ιστορίας, μακριά από τον παραμορφωτικό φακό των κομματικών επιτελείων και των επικοινωνιακών μηχανισμών. Η επέτειος της εισόδου στη μακρά νύχτα των Μνημονίων είναι ένα σκληρό τεστ αλήθειας για το ποιος πραγματικά πάλεψε για τη χώρα, ποιος την οδήγησε σε περιπέτειες και ποιος απλώς διαχειρίζεται τη σταδιακή της παρακμή κάτω από ένα πέπλο επίπλαστης ευημερίας.

Αν βάλουμε τους τέσσερις πρωταγωνιστές αυτής της περιόδου στη ζυγαριά της ιστορικής ευθύνης, τα αποτελέσματα είναι αντικειμενικά αδιαμφισβήτητα:

Ο Γιώργος Παπανδρέου θα καταγραφεί ως ο μοιραίος Πρωθυπουργός, εκείνος που έκανε τη λάθος διάγνωση και παρέδωσε τη χώρα χωρίς άμυνες στον τιμωρητικό δογματισμό της Ευρώπης, μετατρέποντας ένα πρόβλημα φερεγγυότητας σε ένα ανεπανάληπτο οικονομικό ολοκαύτωμα.

Ο Αλέξης Τσίπρας θα θυμίζει πάντα την πιο ακριβή αυταπάτη της Μεταπολίτευσης. Παρέλαβε μια χώρα που ανέκαμπτε και, στον βωμό της πολιτικής του επιβίωσης, την οδήγησε στο κλείσιμο των τραπεζών και σε ένα αχρείαστο, βαρύτατο 3ο Μνημόνιο που υποθήκευσε το μέλλον για έναν αιώνα.Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρότι απολαμβάνει τη μεγαλύτερη μιντιακή ασυλία και κυβερνά με τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες, βρίσκεται στον πάτο της ουσιαστικής αξιολόγησης. Σπατάλησε μια ιστορική ρευστότητα καταδικάζοντας τη μεσαία τάξη στο «αθόρυβο μνημόνιο» του πληθωρισμού και της απώλειας αγοραστικής δύναμης. Αποδείχθηκε ένας άριστος διαχειριστής της εξουσίας, αλλά ένας ανεπαρκής διαχειριστής της πατρίδας.

Στον αντίποδα όλων αυτών στέκεται η διακυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά. Σε πείσμα των ευφυολογημάτων και της κατευθυνόμενης λήθης, η αλήθεια των αριθμών τον δικαιώνει πλήρως. Ο Σαμαράς ήταν ο μόνος που τόλμησε να πάρει το πικρό φάρμακο των αναγκαίων αλλαγών, προσπαθώντας παράλληλα, με νύχια και με δόντια, να κρατήσει ζωντανό τον ασθενή. Δεν είχε λεφτόδεντρα, δεν είχε την ανοχή των Ευρωπαίων, δεν είχε την ειρήνη στους δρόμους. Είχε απέναντί του τον Σόιμπλε να απειλεί με Grexit και την εγχώρια αντιπολίτευση να τάζει λαγούς με πετραχήλια.
Κι όμως, σε μόλις δυόμιση χρόνια, σταθεροποίησε την οικονομία, έφερε ανάπτυξημείωσε φόρους, έκοψε το χρέος μέσω του PSI και έβγαλε τη χώρα στις αγορές. Δεν έκανε «κωλοτούμπα», όπως ρεβανσιστικά τον κατηγορούν, αλλά έβαλε το εθνικό συμφέρον πάνω από το κομματικό ακροατήριο.
Στην πολιτική, η ανδρεία δεν μετριέται με τα πόσα χρήματα μοιράζεις όταν τα ταμεία της Ευρώπης είναι ανοιχτά, αλλά με το πόσο σθένος δείχνεις όταν όλοι γύρω σου απαιτούν την παράδοσή σου. Ο Αντώνης Σαμαράς πήρε το πολιτικό κόστος για να σώσει τη χώρα, ενώ οι υπόλοιπο παίρνουν το εθνικό κόστος για να σώσουν την καρέκλα τους.(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος