20 Μαΐου 1873: O Levi Strauss και ο Jacob Davis κατοχυρώνουν την πατέντα για το μπλε τζιν.
Και ενώ το όνομα του Levi Strauss έμελλε να γίνει συνώνυμο του τζιν και να εξελιχθεί σε ένα από τα δημοφιλέστερα brand names του κόσμου, εκείνο του Jacob Davis απλά ξεχάστηκε.
Παρότι, σύμφωνα με όλες τις εκδοχές της ιστορίας, αυτός είναι ο άνθρωπος στον οποίο χρωστάμε τα τζιν, αφού ο Strauss δεν γνώριζε ούτε καν πώς δουλεύει μια ραπτομηχανή.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο Strauss, ένας μετανάστης από τη Βαυαρία ήταν εκείνος που έφερε το ντέμιμ στην Αμερική. Η εμπορική επιχείρηση την οποία έστησε στο Σαν Φρανσίσκο έκανε εισαγωγές ρούχων, υφασμάτων και άλλων ειδών, τα οποία πουλούσε στα μικρά μαγαζιά που άνοιγαν τότε σε όλη την Καλιφόρνια, για να καλύψουν τις ανάγκες των χρυσοθήρων και των άλλων εποίκων που συνέρρεαν στην περιοχή.
Το ντένιμ αποδείχθηκε πολύ δημοφιλές ανάμεσα στους εργάτες, τους καουμπόηδες και εκείνους που δούλευαν στα ορυχεία, καθώς ήταν πιο ανθεκτικό από τα κλασικά ρούχα εργασίας της εποχής στην σκληρή χρήση.
Για αυτό και ο Jacob Davis (γεννημένος ως Jacob Youphes), ένας Λετονός μετανάστης που εργαζόταν ως ράφτης στο Ρίνο της Νεβάδα, έγινε ένας από τους τακτικούς πελάτες του Strauss. Εκείνος αγόραζε ύφασμα, για να φτιάχνει παντελόνια για τους εργάτες στους σιδηροδρόμους.
Τα παντελόνια που έφτιαχνε ο Davis ξεχώριζαν αμέσως από εκείνα των ανταγωνιστών του. Ο λόγος ήταν τα μεταλλικά καρφάκια που τοποθετούσε στις γωνίες κάθε τσέπης και στη βάση του φερμουάρ, για να τα κάνει πιο ανθεκτικά στην σκληρή χρήση των εργατών της εποχής.
Τα τζιν με τα καρφάκια –rivets, όπως λέγονται στα αγγλικά- έκαναν αμέσως επιτυχία, με αποτέλεσμα η ιδέα του Davis να βρει πολύ γρήγορα μιμητές. Γνωρίζοντας ότι έπρεπε να προστατεύσει το σχέδιό του, ο ράφτης θέλησε να κατοχυρώσει την πατέντα. Το πρόβλημά του ήταν ότι δεν είχε ούτε χρόνο αλλά ούτε και τα 68 δολάρια που χρειάζονταν για τα σχετικά χαρτιά.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του moneyreview.gr πατώντας ΕΔΩ