TOP

Τελικά αρμενίζουμε… θεόστραβα;

«Από την ακρίβεια που δεν μας αφήνει να σηκώσουμε κεφάλι μέχρι την καθημερινότητα, όπου αισθανόμαστε ότι μας δουλεύουν ψιλό γαζί… πού θα γείρουμε το κεφάλι;» Με αυτό το ερώτημα ένας προβληματισμένος συμπολίτης άνοιξε μια σύντομη, αλλά ουσιαστική κουβέντα. Ο ίδιος όπως είπε, «τα έχω φάει τα ψωμιά μου», μια δόση πικρής αυτογνωσίας και συνέχισε «σκέφτομαι όμως εσάς τους νεότερους…»

Αφορμή στάθηκαν τα νέα «χαντάκια» που αντίκρισε στην πλατεία 23ης Μαρτίου, προς την Υπαπαντή. «Μα καλά», αναρωτήθηκε, «δεν τελείωσαν τα έργα; Γιατί ανοίγουν πάλι χαντάκια;»

Ένα ερώτημα απλό, αλλά εύλογο.

Κι από εκεί η συζήτηση άρχισε να ξετυλίγεται. Πέρασε στην ακρίβεια, στην οικονομική “ασφυξία” των νοικοκυριών, στα «μαύρα μας τα χάλια, γενικώς και ειδικώς», όπως χαρακτηριστικά είπε. Έφτασε στην κλιματική αλλαγή, στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, στα νερά που χάνονται αντί να αποθηκεύονται και να αξιοποιούνται.

Η απορία του, όμως, δεν περιοριζόταν στις υποδομές. Αφορούσε συνολικά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται οι δημόσιες πολιτικές, και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ίδιοι οι πολίτες.

Στο τέλος της σύντομης αλλά γεμάτης ζωντάνια κουβέντας μας στάθηκε για λίγο σιωπηλός και είπε μια φράση που έμοιαζε να συνοψίζει όλη την αγανάκτησή του: «Όχι απλώς στραβά αρμενίζουμε… αρμενίζουμε θεόστραβα!»

Με έβαλε σε σκέψης… Σκεπτόμενη, εντόπισα στιγμές που όντως η καθημερινότητα γεννά την αίσθηση ότι τα προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται στη ρίζα τους, αλλά απλώς μετατίθενται. Και όταν τα ίδια ερωτήματα επανέρχονται ξανά και ξανά, τότε η απογοήτευση γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι μόνο ότι «αρμενίζουμε θεόστραβα», αλλά ότι ολοένα και περισσότεροι πολίτες νιώθουν πως κανείς δεν κρατά σταθερά το τιμόνι.