Η ακρίβεια εξελίσσεται σε μια μόνιμη συνθήκη που δοκιμάζει τις αντοχές των ελληνικών νοικοκυριών. Μετά από ένα ιδιαίτερα θερμό καλοκαίρι, οι αυξήσεις στην ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τα βασικά αγαθά προμηνύουν έναν ακόμη θερμότερο χειμώνα. Τα σημάδια της αγοράς δείχνουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις ήρθαν για να μείνουν.
Ο Αύγουστος του 2026 αποχαιρετά τους πολίτες με μια διάχυτη αίσθηση οικονομικής ασφυξίας με την ακρίβεια να παραμένει σταθερά «νούμερο ένα» πρόβλημα. Ενώ η κυβέρνηση διατηρεί στην προμετωπίδα των διακηρύξεών της τη λεγόμενη «εθνική πρωτοβουλία» για μειώσεις τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ από την 1η Σεπτεμβρίου, η πραγματική οικονομία εκπέμπει εντελώς διαφορετικά σήματα.
Οι καταναλωτές που επιστρέφουν στα αστικά κέντρα βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα κύμα ανατιμήσεων, οι οποίες απειλούν να εξανεμίσουν οποιαδήποτε ονομαστική έκπτωση πριν καν αυτή αποτυπωθεί στα ράφια των υπεραγορών.
Δεν υποχωρεί η ακρίβεια
Το πρόβλημα δεν είναι παροδικό. Η δομική ιδιαιτερότητα της τρέχουσας κρίσης έγκειται στο γεγονός ότι οι νέες αυξήσεις, που μια σειρά από δείκτες προεξοφλούν, θα προστεθούν σε ένα ήδη επιβαρυμένο για τα ελληνικά νοικοκυριά σκηνικό.
Η προηγούμενη ενεργειακή κρίση του 2022 άφησε πίσω της ένα μόνιμα υψηλό κόστος διαβίωσης, καθώς οι τιμές των βασικών αγαθών και υπηρεσιών ουδέποτε υποχώρησαν στα προ της κρίσης επίπεδα. Σήμερα, οι δείκτες τιμών καταναλωτή ξεκινάνε από αυτή τη νέα, επιβαρυμένη αφετηρία, καθιστώντας κάθε νέα ανατίμηση δυσανάλογα επαχθή για τα νοικοκυριά.
Η «πολεμική» αγορά του ηλεκτρισμού και των καυσίμων
Στην καρδιά της νέας πληθωριστικής δίνης βρίσκεται η ενέργεια. Οι τιμές του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο αναφοράς (TTF) παραμένουν «καρφωμένες» σε επίπεδα άνω των 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τροφοδοτούμενες από τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Η διατήρηση των τιμών σε αυτά τα επίπεδα μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένο κόστος ηλεκτροπαραγωγής.