Κυριακή
16
Αύγουστος
TOP

Αλήθεια; Τι κοινωνία έχουμε δημιουργήσει και τι πρότυπα προσφέρουμε στις επόμενες γενιές;

Ορμώμενη από εικόνες και γεγονότα της καθημερινότητας που, δυστυχώς, τείνουμε πλέον να θεωρούμε «φυσιολογικά», αναρωτιέμαι: πού οδεύομεν, εν τέλει; Σε μια κοινωνία όπου πολλοί πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, οι εμφανίσεις δημόσιων προσώπων- όλου του φάσματος- φορώντας ή χρησιμοποιώντας αντικείμενα αξίας εκατοντάδων ευρώ, όπως και η προβολή από ορισμένους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εικόνων ενός ιδιαίτερα πολυτελούς τρόπου ζωής, με ακριβά αυτοκίνητα, ταξίδια και καταναλωτικά αγαθά που για τον μέσο άνθρωπο μοιάζουν πλέον απλησίαστα, μπορεί εύλογα να εκληφθεί από μέρος της κοινωνίας ως πρόκληση. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, κυβερνήσεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν την ένδεια και την οικονομική ασφυξία των πολιτών, μεταξύ άλλων, με κουπόνια και επιδόματα.

Δεν είναι, άραγε, οξύμωρο;

Από τη μία η επίδειξη του πλούτου και από την άλλη η διαχείριση της φτώχειας. Από τη μία άνθρωποι που καταναλώνουν χωρίς δεύτερη σκέψη και από την άλλη άνθρωποι που μετρούν τα κέρματα πριν πάνε στο σούπερ μάρκετ. Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, τι παραδείγματα δίνουμε στα παιδιά και στους νέους μας;

Τους μαθαίνουμε ότι η αξία του ανθρώπου μετριέται ή αποδεικνύεται με το ακριβό ρολόι, τα επώνυμα ρούχα, το πολυτελές αυτοκίνητο; Ότι η επιτυχία είναι πρωτίστως θέμα επίδειξης; Ή μήπως τους δείχνουμε ότι, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, το μόνο που έχουμε να προσφέρουμε είναι ένα επίδομα για να «βγει» ακόμη ένας μήνας;

Και ύστερα απορούμε γιατί οι νέοι μας φεύγουν.

Φεύγουν από τις πατρίδες τους αναζητώντας εργασία, αξιοπρέπεια και, κυρίως, προοπτική. Φεύγουν όχι επειδή δεν αγαπούν τον τόπο τους, αλλά επειδή κάποια στιγμή η αγάπη για την πατρίδα δεν αρκεί για να πληρώσει το ενοίκιο, να δημιουργήσει οικογένεια ή να εξασφαλίσει ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπές μέλλον.

Κάπου ανάμεσα στην επίδειξη του πλούτου και στην επιδοματική διαχείριση της φτώχειας, φαίνεται να χάνεται κάτι πολύ σημαντικό: η έννοια του μέτρου, της κοινωνικής ευθύνης και, κυρίως, της ελπίδας.

Η απόγνωση, άλλωστε, δεν αποτυπώνεται μόνο στους αριθμούς. Αποτυπώνεται στα πρόσωπα. Στα πρόσωπα γονέων που αγωνιούν για τα παιδιά τους, στα πρόσωπα νέων ανθρώπων που δεν ξέρουν αν μπορούν να ονειρευτούν, αλλά και στα πρόσωπα ολόκληρων γενεών που αισθάνονται ότι τους ζητήθηκε να περιμένουν… για πολύ περισσότερο απ’ όσο άντεχαν.

Μια χώρα δεν φθίνει μόνο όταν μειώνεται ο πληθυσμός της ή όταν οι νέοι της μεταναστεύουν. Φθίνει όταν οι άνθρωποί της παύουν να πιστεύουν ότι αξίζει να μείνουν. Όταν η αξιοπρέπεια γίνεται πολυτέλεια και η προοπτική προνόμιο λίγων.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο απλό και δεν αφορά μόνο το: πού οδεύομεν; Αλλά και ποιον δρόμο επιλέγουμε να δείξουμε στις επόμενες γενιές! Έναν δρόμο επίδειξης και επιβίωσης ή έναν δρόμο δημιουργίας, αξιοπρέπειας και προοπτικής; Γιατί μια κοινωνία που ζητά από τους νέους της να μείνουν, οφείλει πρώτα να τους δώσει έναν – ή και περισσότερους – λόγους για να μείνουν.