Διανύουμε το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου 2026 και ο πληθωρισμός των τροφίμων παραμένει ίσως το πιο επίμονο μακροοικονομικό πρόβλημα της χώρας. Κάθε φορά που ο καταναλωτής αντικρίζει τις τιμές των νωπών φρούτων και λαχανικών στο ράφι του σούπερ μάρκετ, αυτός εστιάζει στον πρωτογενή τομέα. Υπάρχει μια εδραιωμένη πεποίθηση ότι η ακρίβεια οφείλεται στον «κερδοσκόπο αγρότη»! Είναι όμως έτσι;
Η οικονομική ανάλυση της εφοδιαστικής αλυσίδας καταρρίπτει αυτόν τον μύθο με ψυχρούς αριθμούς. Για να κατανοήσουμε πού πραγματικά καταλήγουν τα χρήματα του καταναλωτή, πρέπει να αποδομήσουμε την τελική τιμή ενός προϊόντος και να δούμε πώς κατανέμεται η υπεραξία σε κάθε ενδιάμεσο κρίκο, από το χωράφι, μέχρι και αυτό να καταλήξει στο ράφι.
Ας λάβουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Μια ντομάτα που φτάνει στο ράφι του σούπερ μάρκετ στην Αθήνα τιμή 2,20 ευρώ το κιλό, δεν αποδίδει παραπάνω από 0,45–0,50 ευρώ στον παραγωγό. Από αυτό το πενηνταράκι, ο παραγωγός καλείται να αποσβέσει το κόστος των πανάκριβων λιπασμάτων, το ενεργειακό κόστος άρδευσης (που διπλασιάστηκε μετά την κρίση του Περσικού Κόλπου) και τα εργατικά χέρια. Πρακτικά, το καθαρό του κέρδος μετριέται σε ελάχιστα λεπτά του ευρώ ανά κιλό. Το υπόλοιπο 75% έως 80% της αξίας προστίθεται αφού το προϊόν εγκαταλείψει την πύλη του χωραφιού.