του Κώστα Τζαβάρα*
Εχοντας υπηρετήσει ως επί του Πολιτισμού υπουργός από τη θέση του αναπληρωτή υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, κατά τα έτη 2012 και 2013, στην τότε τρικομματική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και έχοντας υπό την ιδιότητά μου αυτή συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα μετά τον Ιούνιο του 2012 προκειμένου να πειστούν οι Βούλγαροι να επιστρέψουν τα αρπαγέντα το 1917 από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής χειρόγραφα, παλαιότυπα και εκκλησιαστικά κειμήλια των Ιερών Μονών της Παναγίας της Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου και του Τιμίου Προδρόμου Σερρών, που λεηλάτησαν, αισθάνομαι την υποχρέωση να καταθέσω στον δημόσιο διάλογο την άποψη και τα σχόλιά μου σχετικά με το πρόσφατο από 29-9-2026 Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ των υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας, Λίνας Μενδώνη και Εβτίμ Μιλόσεφ, για την αμοιβαία «κατάθεση» κειμηλίων ιστορικής αξίας για τις δύο χώρες:
Α. Ιστορικά
Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου, ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς μου έδωσε την εντολή να έρθω σε επαφή με τον τότε ομότιμο καθηγητή Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΑΠΘ και διαπρεπή βυζαντινολόγο, Νικόλαο Μουτσόπουλο, προκειμένου να συζητήσω μαζί του τη δυνατότητα ανταλλαγής των αρπαγέντων κειμηλίων των δύο μονών με τα οστά και τη κάρα του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, που ο ίδιος ο καθηγητής τότε κατείχε, έπειτα από την ανασκαφή που είχε πραγματοποιήσει το 1965 στη Βασιλική του Αχιλλείου στη Πρέσπα. Η σχετική πρόταση είχε γίνει από την ίδιο τον καθηγητή στον πρωθυπουργό και ήδη ο Αντώνης Σαμαράς σε γενομένη συζήτηση είχε διαπιστώσει ότι και ο τότε πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Μπόικο Μπορίσοφ διέκειτο ευμενώς απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Πράγματι, μετά τη συνάντησή μου με τον ήδη σήμερα αείμνηστο καθηγητή, που κατά γενική ομολογία υπήρξε ένας από τους τελευταίους αναγεννησιακούς ανθρώπους του τόπου μας, συμφωνήσαμε να παραδώσει τα σκελετικά λείψανα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Εν συνεχεία, κατόπιν συνεννοήσεως μεταξύ των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας, Α. Σαμαρά και Μπ. Μπορίσοφ, συμφωνήθηκε η έναρξη διαπραγματεύσεων για το θέμα αυτό στη Σόφια μεταξύ των δύο κυβερνήσεων. Επικεφαλής της επίσημης ελληνικής αποστολής ορίστηκα εγώ, συμμετείχαν δε σε αυτή έγκριτοι ιστορικοί και αρχαιολόγοι, καθώς και ο ίδιος ο καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος. Οι συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν στο βουλγαρικό υπουργείο Εξωτερικών όπου ο τότε νεαρός υπουργός, Νικολάι Μλαντένοφ, προσπάθησε με ευγενικό τρόπο να μας πείσει ότι το ζήτημα θα μπορούσε να διευθετηθεί, μοιράζοντας, κατά κάποιον τρόπο, το υλικό των χειρογράφων και των κειμηλίων μεταξύ των δύο μερών. Την πρόταση αυτήν την απορρίψαμε μένοντας συνεπείς στην πάγια ελληνική θέση για επιστροφή των κλαπέντων μνημείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς στο σύνολό τους, με αντάλλαγμα τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ.
Ακολούθως, επισκεφτήκαμε το Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας, όπου φυλάσσεται μέρος των εκκλησιαστικών κειμηλίων, καθώς και το κέντρο Ιβάν Ντούιτσεφ, όπου στεγάζεται μέρος των χειρογράφων κωδίκων και συναντηθήκαμε με τη διευθύντρια του κέντρου καθηγήτρια Αξίνια Τζούροβα (Axinia Dzhurova), η οποία δεν δεχόταν καμία συζήτηση για το ενδεχόμενο επιστροφής των συγκεκριμένων χειρογράφων και παλαιοτύπων, παρά τη δηλωμένη θετική ανταπόκριση του πρωθυπουργού Μπορίσοφ. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων η ανυποχώρητη θέση της ελληνικής πλευράς ήταν η επιστροφή των κλαπέντων κειμηλίων στο σύνολό τους με αντάλλαγμα τα οστά του τσάρου Σαμουήλ.
Αργότερα, η βουλγαρική πλευρά επανήλθε με αίτημα να γίνει εξέταση από ειδικούς Βούλγαρους επιστήμονες των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ που ήδη ευρίσκοντο στο Μουσείο Βυζαντινής Ιστορίας Θεσσαλονίκης. Πράγματι τον Δεκέμβριο του 2012 επιτροπή Βουλγάρων επιστημόνων, στην οποία μεταξύ άλλων μετείχαν ο Μποζιντάρ Ντιμιτρόφ (ιστορικός) και ο Γιορντάν Γιορντάνοφ (ανθρωπολόγος), πραγματοποίησε επιστημονική αυτοψία και ανθρωπολογική εξέταση των λειψάνων του Σαμουήλ. Από την αυτοψία αυτή διαπιστώθηκε η καλή κατάσταση διατήρησης των οστών και προέκυψαν πρόσθετα ανθρωπολογικά στοιχεία συμβατά με την ταυτοποίηση που είχε κάνει ο Νίκος Μουτσόπουλος κατά την ανασκαφή. Εκτοτε, οι διαπραγματεύσεις καρκινοβατούσαν κυρίως εξαιτίας της έντονης αντίδρασης στο ενδεχόμενο της ανταλλαγής από μέρους της γνωστής διευθύντριας του κέντρο Ιβάν Ντούιτσεφ, Αξίνια Τζούροβα.
Τέλος, το Δεκέμβριο του 2014, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Κάρντιφ της Ουαλίας, ο Αντώνης Σαμαράς ενημέρωσε και επισήμως τον πρόεδρο της Βουλγαρίας Ρόσεν Πλέβνελιεφ ότι η ελληνική πλευρά αποφάσισε να μη χορηγήσει τα λείψανα του Σαμουήλ στη Βουλγαρία, ενόψει της άρνησης της βουλγαρικής πλευράς να επιστρέψει ως αντάλλαγμα το σύνολο των κλαπέντων το 1917 από τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής κειμηλίων των Ιερών Μονών της Παναγίας της Εικοσιφοινίσσης και του Τιμίου Προδρόμου.
Β. Κριτικά σχόλια
Το από 29-9-2026 Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ των υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί συνέχεια και φυσιολογική κατάληξη των διαπραγματεύσεων, που επί δεκαετίες και δη από το 1975 μέχρι 2014 διεξήγαν οι ελληνικές κυβερνήσεις με σκοπό την επιστροφή του συνόλου των κειμηλίων που είχαν αρπάξει τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τις εν λόγω μονές.
Ως γνωστόν, σε όλες τις μέχρι πρότινος διαπραγματεύσεις αντικείμενο συζήτησης ήταν η διαμόρφωση ενός πλαισίου κανόνων ανταλλαγής του συνόλου των κλαπέντων ελληνικών κειμηλίων με τα οστά και την κάρα του τσάρου Σαμουήλ, πατέρα του σύγχρονου βουλγαρικού κράτους. Πλην όμως, η πρόσφατη συμφωνία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, γιατί αποτελεί ρήξη στη συνέχεια των διαπραγματεύσεων αυτών και διαμορφώνει μια νέα πρωτοφανή αντίληψη για τις διμερείς σχέσεις μας με τη Βουλγαρία αναφορικά με ένα τόσο κρίσιμο εθνικό και πολιτισμικό ζήτημα.
Προεχόντως γιατί «παραδίδει» εύκολα στη βουλγαρική πλευρά ένα πολύτιμο για αυτή εθνικό κεφάλαιο, το οποίο ταυτόχρονα αποτελεί για μας στη προκείμενη υπόθεση το μοναδικό διαπραγματευτικό όπλο καθοριστικής σημασίας, με αντάλλαγμα έναν ελάχιστο αριθμό από το σύνολο των διεκδικούμενων από μας πολιτισμικών αγαθών. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω συμφωνία «επιστρέφονται» μόλις 48 από ένα σύνολο: α) 800 εκκλησιαστικών κειμηλίων που έχουν κλαπεί από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης και βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Σόφιας και β) από 5.000 περίπου αρπαγέντα πολιτισμικά αγαθά, στα οποία περιλαμβάνονται μεμβράνινοι και χαρτώοι κώδικες, κειμήλια εκκλησιαστικά, παλαιότυπα βιβλία κλασσικών Ελλήνων και Λατίνων, καθώς και εκκλησιαστικών πατέρων, σταμπάδα, βιβλία, πατριαρχικά χρυσόβουλα, αρχαιότητες από λεηλασίες αρχαιολογικών χώρων της περιοχής και άλλα (σύμφωνα με τους υπολογισμούς του διαπρεπούς ιστορικού βυζαντινολόγου και παλαιογράφου καθηγητού του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Γεωργίου Παπάζογλου). Ολα αυτά αποτελούσαν μέχρι πρότινος αντικείμενο των διμερών διαπραγματεύσεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χειρόγραφοι κώδικες και τα παλαιότυπα κατά μέγα μέρος βρίσκονται στο Κέντρου Ιβάν Ντούιτσεφ, του οποίου διευθύντρια υπήρξε η προαναφερόμενη καθηγήτρια ιστορικός βυζαντινολόγος Αξίνια Τζούροβα, κόρη του υπουργού Αμύνης Ντόμπρι Ντζούρωφ στην κυβέρνηση του κομμουνιστή προέδρου Τ. Ζίφκωφ, η οποία υπήρξε σταθερά και απόλυτα αντίθετη σε κάθε διαπραγμάτευση για την επιστροφή των κειμηλίων αυτών.
Κατά δεύτερο λόγο, οι αναφερόμενοι στη συμφωνία όροι αμοιβαία «κατάθεση» και «παράδοση», που χαρακτηρίζουν τις συμβατικές παροχές των μερών, είναι τόσο γενικοί, αόριστοι και νομικά ουδέτεροι, που δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένο νομικό καθεστώς δυνάμει του οποίου αναλαμβάνονται οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. Επιπλέον, δεν έχουν προβλεφθεί στη συμφωνία κυρώσεις για την περίπτωση που κάποιο συμβαλλόμενο μέρος δεν τηρήσει τα συμφωνημένα.
Ως εκ τούτου, η βουλγαρική πλευρά δεν δεσμεύεται με οποιονδήποτε τρόπο να εξακολουθήσει τις διαπραγματεύσεις με την ελληνική (όπως προβλέπει η συμφωνία), για την ταυτοποίηση και ένταξη σε επακόλουθη συμφωνία και άλλων ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος, αφού πλέον δεν θα έχει κανένα ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο. Δηλαδή θα έχει αποκτήσει διά παραδόσεως από την ελληνική πλευρά το επί αιώνες ποθούμενο από αυτή τεράστιας εθνικής σημασίας συμβολικό κεφάλαιο: τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ μαζί με το λοιπό ανθρωπολογικό υλικό που βρέθηκαν το 1965 εντός της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στην Πρέσπα από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο.
Το ανήκουστο, όμως, με τη συμφωνία αυτή είναι η αναφορά ότι τα επιστρεφόμενα από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα 48 κειμήλια «είχαν μεταφερθεί στη Σόφια, το 1917, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου». Αποφεύγεται δηλαδή η αναφορά τόσο των δραστών της «μεταφοράς», όσο και των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτή έλαβε χώρα. Αποκρύπτεται συνεπώς και εν ταυτώ παραχαράσσεται η ιστορική αλήθεια κατά την οποία το 1917 βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής λεηλάτησαν τις μαρτυρικές αυτές μονές και άρπαξαν τους αρχαιολογικούς θησαυρούς τους, τους οποίους μέχρι σήμερα κατέχουν παράνομα.
Για λόγους λοιπόν σεβασμού και διατήρησης της ιστορικής μνήμης, αλλά και προστασίας της εθνικής πολιτισμικής κληρονομιάς μας, επιβάλλεται η επανεξέταση της όλης υποθέσεως, υπό το πρίσμα μάλιστα της διεθνούς δικαιοσύνης με βάση τους κανόνες των διεθνών συμβάσεων για την προστασία των πολιτισμικών αγαθών. Εν κατακλείδι, ας ευχηθούμε η περίπτωση αυτή να μη χρησιμεύσει ως προηγούμενο για την παρόμοια ρύθμιση και άλλων γνωστών εκκρεμοτήτων, όπως λόγου χάρη η διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα.
*Ο Κώστας Τζαβάρας διατέλεσε αναπληρωτής υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (2012 – 2013) και βουλευτής Ηλείας με τη Νέα Δημοκρατία (2007-2023)
πηγή: www.kathimerini.gr