Τρίτη
18
Αύγουστος
TOP

Γιατί έχουν αυξηθεί τα «γκρίζα διαζύγια»

Το 2021, έπειτα από περισσότερα από 30 χρόνια κοινής ζωής, ο Αλαν Χίκενμποτομ και η σύζυγός του κατέθεσαν αίτηση διαζυγίου – ωστόσο εκείνος εξακολουθεί να θεωρεί ότι ο γάμος τους ήταν επιτυχημένος.

Τα πρώτα χρόνια της κοινής ζωής τους ήταν όμορφα και συναρπαστικά. Τους ένωσε η κοινή αγάπη τους για τα βιβλία και την τέχνη, καθώς και η επιθυμία τους να προσφέρουν στον κόσμο. Ο 67χρονος Χίκενμποτομ εργαζόταν επί δεκαετίες στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ενώ η πρώην σύζυγός του ήταν δασκάλα και σχολική βιβλιοθηκάριος.

Στη συνέχεια, λέει, αφοσιώθηκαν με ενθουσιασμό στην ανατροφή των δύο παιδιών τους. Ομως, όπως συμβαίνει συχνά, όταν τα παιδιά έφυγαν από το σπίτι για σπουδές, ο Χίκενμποτομ συνειδητοποίησε ότι εκείνος και η σύζυγός του έμοιαζαν περισσότερο με συναδέλφους και συγκατοίκους παρά με ερωτικούς συντρόφους.

Δύο χρόνια συμβουλευτικής γάμου δεν έφεραν αποτέλεσμα.

«Δεν ήθελα να απαξιώσω τη ζωή που χτίσαμε, αλλά δεν ήθελα να συνεχίσω να ζω έτσι», λέει ο Χίκενμποτομ. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είχε μπροστά του άλλα 40 χρόνια ζωής. «Τι θέλω να κάνω;», θυμάται ότι αναρωτήθηκε.

Ο Χίκενμποτομ δεν είναι ο μόνος άνθρωπος που, κοντά στα 60, αποφάσισε να χωρίσει εξαιτίας αυτού του υπαρξιακού προβληματισμού. Τα ποσοστά των λεγόμενων «γκρίζων διαζυγίων» –δηλαδή των διαζυγίων μεταξύ ατόμων ηλικίας 50 ετών και άνω– αυξήθηκαν θεαματικά στις ΗΠΑ, καθώς διπλασιάστηκαν μεταξύ 1990 και 2010. Αν και μετά την πανδημία έχουν σταθεροποιηθεί, σήμερα σχεδόν το 40% των διαζυγίων αφορά άτομα ηλικίας 50 ετών και άνω.

Παρότι τα ποσοστά διαζυγίων έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια σχεδόν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, εξαίρεση αποτελεί η κατηγορία των Αμερικανών ηλικίας 65 ετών και άνω. Οι λόγοι είναι σύνθετοι, όμως γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι ορισμένα μέλη της Gen Χ και της γενιάς των Baby boomers είναι πλέον λιγότερο πρόθυμα να παραμένουν σε αυτό που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν «empty shell marriage», από συνήθεια.

Ελλειψη σύνδεσης

Πρόκειται για σχέσεις στις οποίες δεν υπάρχει πλέον πραγματική σύνδεση ούτε ζωντάνια και στις οποίες ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι δεν είναι ευτυχισμένοι, εξηγεί η Σούζαν Μπράουν, καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Bowling Green και συνδιευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Ερευνας για την Οικογένεια και τον Γάμο. Παραδοσιακά, τέτοια ζευγάρια αποφάσιζαν συχνά να μείνουν μαζί για χάρη των παιδιών τους, για λόγους οικονομικής ασφάλειας ή επειδή φοβούνταν το κοινωνικό στίγμα.

Σήμερα, όμως, αυτό μάλλον ανήκει στο παρελθόν.

«Αυτή η γενιά ζει περισσότερο από τις προηγούμενες», λέει, «και αυτό ίσως αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ζυγίζουν το αν αξίζει να παραμείνουν σε ένα γάμο που δεν έχει πια τόσο νόημα».

Το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής επηρεάζει τις αποφάσεις των ηλικιωμένων, που σήμερα έχουν υψηλότερες απαιτήσεις από μια σχέση.

Την ίδια στιγμή, έχουν αλλάξει και οι κοινωνικές προσδοκίες γύρω από το τι μπορεί ή τι πρέπει να προσφέρει ένας γάμος. Οι Baby boomers, που παντρεύτηκαν σχετικά νέοι –εν μέρει επειδή αυτό ήταν τότε ο κανόνας–, ζουν σήμερα σε μια εποχή που ο γάμος θεωρείται μέσο για την αγάπη και την αυτοπραγμάτωση, υποστηρίζει η Κλερ Καμπ Ντας, καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα.

Διαβάστε περισσότερα στο www.kathimerini.gr