Αν και απότοκο της πανδημίας, το Ταμείο Ανάκαμψης ήρθε σε μια ευνοϊκή συγκυρία για την ελληνική οικονομία, η οποία ήταν έτοιμη να εκτιναχθεί μετά τη δεκαετή κρίση χρέους. Ωστόσο, παρά την αναμφισβήτητη συνεισφορά του, δεν έκανε τη μεγάλη διαφορά για την ώθηση της σύγκλισης με την Ευρωζώνη. Η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται από το επίπεδο του 2008, κι ας βαίνει σαφώς βελτιούμενη.
«Κατά τη σύγκριση του βιοτικού επιπέδου μεταξύ χωρών, οι οικονομολόγοι συχνά εξετάζουν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Με βάση αυτό το μέτρο, η Ελλάδα έχει σημειώσει σταθερή πρόοδο. Το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έφτασε περίπου στο 68% του μέσου όρου της Ε.Ε., σημαντικά αυξημένο από το χαμηλότερο σημείο του μετά την κρίση. Εξακολουθεί όμως να είναι κάτω από το επίπεδο του 2008. Ωστόσο, η σύγκριση αυτή θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς τα επίπεδα του ΑΕΠ πριν από την κρίση ήταν διογκωμένα λόγω του μη βιώσιμου δανεισμού. Το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν το βιοτικό τους επίπεδο. Ενα καλύτερο μέτρο της αγοραστικής δύναμης είναι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών – αυτό που πραγματικά τους έχει απομείνει να ξοδέψουν οι άνθρωποι μετά από φόρους και μεταβιβάσεις. Σε αυτό το μέτρο, αν και η τάση τα τελευταία χρόνια ήταν σαφώς θετική, τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να βρίσκονται επίσης κάτω από τα επίπεδα πριν από την κρίση», αναγνωρίζει μιλώντας στην Καθημερινή ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ντέκλαν Κοστέλο.
H αγοραστική δύναμη του μέσου νοικοκυριού στην Ελλάδα με βάση την κατά κεφαλήν δαπάνη ήταν 18.700 δολάρια ανά άτομο το 2015, στο μέσο της κρίσης χρέους. Το 2025 είχε διανύσει πλέον αξιοσημείωτη απόσταση αγγίζοντας τα 22.500 δολάρια. Ωστόσο δεν έχει φτάσει ακόμη στην επίδοση του 2008, η οποία είχε διαμορφωθεί στα 24.000 δολάρια. Οι προβολές του World Data Lab, όπως τις διέθεσε στην «Κ», δείχνουν επιστροφή στο επίπεδο πριν από την κρίση μέσα στην επόμενη τριετία, και αισθητή υπέρβαση του σημείου αναφοράς από το 2030· με την υποσημείωση, ούτως ή άλλως, ότι ουδείς μπορεί να γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί πρωτίστως το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον με βάση τις καταιγιστικές γεωπολιτικές εξελίξεις. Σημειωτέον, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει μετρήσει ότι το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα το 2024 παρέμενε κατά 9,3% χαμηλότερο σε σχέση με το 2009, παρά την άνοδο της αγοραστικής δύναμης, η οποία αυξήθηκε κατά 26,5% την περίοδο από το 2019 έως το 2024. Μάλιστα, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα υστερεί ακόμη περισσότερο, κατά σχεδόν 20%.
διαβάστε το ρεπορτάζ του www.moneyreview.gr πατώντας ΕΔΩ