Στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης και ακόμη χαμηλότερα σε σύγκριση με 25 χρόνια πριν βρίσκεται η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα, με την κατάσταση, μετά μάλιστα τρία μνημόνια, να έχει επιδεινωθεί. Η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 22% στο ίδιο διάστημα δεν προήλθε άλλωστε από αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά από την αύξηση της απασχόλησης, ειδικά σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης. Με δεδομένο ότι η ανεργία δεν έχει πολλά ακόμη περιθώρια περαιτέρω μείωσης και ο πληθυσμός λιγοστεύει και γερνά, η ενίσχυση της παραγωγικότητας αποτελεί μονόδρομο για τη συνέχιση της αύξησης του ΑΕΠ και μισθών.
«Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 90.000 κενά στις θέσεις εργασίας στη βιομηχανία. Το πρώτο κριτήριο για να χτίσουμε σε μια περιοχή ένα εργοστάσιο είναι να δούμε εάν η περιοχή έχει ανέργους για να μπορέσουμε να βρούμε προσωπικό», υποστήριξε χαρακτηριστικά χθες ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) Σπύρος Θεοδωρόπουλος, κατά την παρουσίαση της μελέτης του ΣΕΒ και του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για την παραγωγικότητα. Οσο για τη σύνδεση παραγωγικότητας και μισθών; Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής παραγωγικότητας και μισθών και στις τρεις οκταετίες που εξετάζονται στη μελέτη είναι σχεδόν ο ίδιος και για τις δύο αυτές συνιστώσες.
Το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας δεν είναι παντού το ίδιο και διαφοροποιείται ανά κλάδο, αλλά και με βάση το μέγεθος της επιχείρησης. Σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) ανά εργαζόμενο, ο χρηματοπιστωτικός τομέας βρίσκεται στην κορυφή (157.300 ευρώ ανά εργαζόμενο) και ακολουθούν η βιομηχανία με 62.900 ευρώ και ο κλάδος των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) με 59.700 ευρώ. Ο δε χρηματοπιστωτικός κλάδος είναι ο μοναδικός όπου παρατηρείται παραγωγικότητα εργασίας πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27. Πρόκειται, ωστόσο, για κλάδο με χαμηλό ποσοστό εργαζομένων στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού (μόλις το 1,6%), κλάδο με υψηλή συγκέντρωση, δηλαδή αποτελείται από λίγες και μεγάλες επιχειρήσεις και με υψηλό βαθμό ψηφιοποίησης.
Στον αντίποδα βρίσκονται οι πλέον «παραδοσιακοί» κλάδοι της ελληνικής οικονομίας και ταυτόχρονα οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη απασχόληση: το εμπόριο, όπου απασχολείται το 17,1% και η παραγωγικότητα σε όρους ΑΠΑ ανά εργαζόμενο είναι μόλις 25.200 ευρώ, και ο κλάδος της παροχής υπηρεσιών καταλυμάτων και εστίασης, όπου απασχολείται το 14,2% και η παραγωγικότητα είναι μόλις 20.400 ευρώ ανά εργαζόμενο. Είναι οι ίδιοι κλάδοι όπου καταγράφεται πολύ σημαντική απόκλιση από τον μέσο όρο της Ε.Ε., με το μεν εμπόριο να βρίσκεται το 2024 (σε τρέχουσες τιμές) στο 42% αυτού, τα δε καταλύματα – εστίαση στο 48% του μέσου όρου της Ε.Ε.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του moneyreview.gr πατώντας ΕΔΩ.