Στα επίπεδα του 2000 παραμένει η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα, παρά τη σημαντική ανάπτυξη των τελευταίων ετών, ενώ αντιστοιχεί μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όπως αποτυπώθηκε σε νέα μελέτη που εκπόνησε το ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ.
Η μελέτη, την οποία παρουσίασε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, κ. Νίκος Βέττας, διαπιστώνει ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της ανεργίας και λιγότερο στη βελτίωση της παραγωγικότητας, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης αύξησης εισοδημάτων και μακροχρόνιας σύγκλισης με την Ευρώπη.
Παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημασία των επενδύσεων, της τεχνολογικής αναβάθμισης, της ενίσχυσης των δεξιοτήτων, της μεγέθυνσης των επιχειρήσεων, καθώς και θεσμικών και διαρθρωτικών παρεμβάσεων – όπως η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος – ως βασικές προϋποθέσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας
Οι κύριες διαπιστώσεις της έρευνας
Εξέλιξη παραγωγικότητας
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας που περιορίζει τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης και σύγκλισης με την Ευρώπη. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας το 2024 παραμένει περίπου στο επίπεδο του 2000, σε αποπληθωρισμένους όρους, ενώ η απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ έχει διευρυνθεί.
Σήμερα η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ ανά ώρα εργασίας στο 43%.
Ανάπτυξη και απασχόληση
Την περίοδο 2000-2024, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 22% σε σταθερές τιμές. Η αύξηση δεν προήλθε από βελτίωση της παραγωγικότητας, αλλά κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης: το ποσοστό των εργαζομένων στον πληθυσμό αυξήθηκε κατά 26%.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του moneyreview.gr πατώντας ΕΔΩ.