Του ΔΗΜΗΤΡΗ Γ. ΑΠΟΚΗ(*) – Αθήνα
Αίφνης και εν μέσω του θέρους, για μια ακόμη φορά εξέχουσες συστημικές πένες αποφάσισαν να ασχοληθούν με αποτίμηση της πορείας του πρώην Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά, παρουσιάζοντας μάλιστα την αποτίμηση αυτή ως «ισορροπημένη», ενώ την ίδια στιγμή καταγράφεται ένας Αντώνης Σαμαράς, ως προϊόν του κατεστημένου που τελικά υπέκυψε στους «δαίμονες» της φιλοδοξίας και του παλαιοκομματισμού.
Η επιχειρηματολογία, όμως, πάσχει από επιλεκτική μνήμη, από σύγχυση μεταξύ τακτικής και στρατηγικής και από μια βαθιά υποτίμηση του τι σημαίνει πραγματικά η έννοια του statesman.
- Ο Σαμαράς δεν υπήρξε ούτε «υλικό Κένεντι» που έχασε τον δρόμο, ούτε απλός καταλύτης ενδοκομματικών καραμπολών. Υπήρξε –και παραμένει– ένας πολιτικός που επανειλημμένα επέλεξε να πληρώσει βαρύ προσωπικό και πολιτικό κόστος για να υπερασπιστεί αυτό που θεωρούσε εθνικό συμφέρον, ακόμη και όταν αυτό σήμαινε απομόνωση, διαγραφή ή πολιτική έρημο.
Σε μια στιγμή που η χώρα βιώνει τη συστηματική διάβρωση θεσμών, την αλαζονεία της εξουσίας και την υποχώρηση σε κρίσιμα εθνικά μέτωπα, η ανάγκη για τέτοιου είδους πολιτική στάση δεν είναι ρητορική, είναι υπαρξιακή.
Το «προϊόν του κατεστημένου» που αρνήθηκε να γίνει υπάλληλος του…
Η αφήγηση ότι ο Σαμαράς μεγάλωσε με «βαριά παρακαταθήκη» και ότι «πίστευε πως ο πολιτικός πρέπει να ακολουθεί τα εδραιωμένα ήθη» αντιστρέφει την πραγματικότητα.
- Το 1992, ως Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, παραιτήθηκε και προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης ακριβώς επειδή αρνήθηκε να αποδεχθεί συμβιβασμούς στο ζήτημα της ονομασίας της τότε ΠΓΔΜ που θεωρούσε επικίνδυνους για την εθνική ταυτότητα και τα συμφέροντα της χώρας.
Δεν «καβάλησε το κύμα»· δημιούργησε το κύμα της αντίστασης σε μια εποχή που η διεθνής πίεση και η εσωτερική «ρεαλιστική» ελίτ πίεζαν για υποχώρηση. Το κόστος ήταν τεράστιο: πολιτική απομόνωση, κατηγορίες για εθνικισμό, χρόνια στην έρημο. Αν επρόκειτο για καιροσκόπο που απλώς επένδυε σε δημοφιλή θέματα, θα είχε βρει τρόπο να παραμείνει στο σύστημα. Αντίθετα, επέλεξε τη ρήξη.
Η επιμονή του δεν ήταν «παράδοξο». Ήταν προληπτική υπεράσπιση. Ένας πολιτικός που θεωρεί ότι «καβαλώντας το κύμα θα κέρδιζε» δεν παραμένει δεκαετίες εκτός εξουσίας. Ο Σαμαράς παρέμεινε, έχτισε δίκτυο από τα κάτω και επέστρεψε όχι ως προϊόν καραμπόλας, αλλά ως ο μόνος που μπορούσε να ενώσει διαφορετικές τάσεις της Νέας Δημοκρατίας σε στιγμή κρίσης.
Η κυβέρνηση 2012-2015: ούτε λαϊκισμός ούτε εύκολος δρόμος…
Η κριτική ότι ως αρχηγός «καβάλησε χωρίς όρια το κύμα του αντιμνημονιακού λαϊκισμού» και οδήγησε τη ΝΔ στο 18,85% παραβλέπει τη χρονική και πολιτική πραγματικότητα.
- Η κριτική του στα πρώτα μνημόνια δεν ήταν άρνηση της ανάγκης για δημοσιονομική προσαρμογή. Ήταν απόρριψη μιας συνταγής που συνδύαζε οριζόντια λιτότητα με αδυναμία αντιμετώπισης των δομικών παθογενειών και με διαρκή μεταφορά πολιτικού κόστους στους πολίτες χωρίς ορατό ορίζοντα ανάκαμψης. Το 18,85% των εκλογών του Μαΐου 2012 ήταν το αποτέλεσμα μιας χώρας σε κατάσταση σοκ, όχι προσωπικής αποτυχίας. Στις δεύτερες εκλογές η ΝΔ κέρδισε και ο Σαμαράς σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας υπό συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης.
Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν «σκληρή δουλειά που έβαλε βάσεις» με αστερίσκο. Ήταν η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, η αποκατάσταση στοιχειώδους δημοσιονομικής ισορροπίας, η επαναδιαπραγμάτευση όρων και –το σημαντικότερο– η αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας σε σημείο που ξένοι επενδυτές άρχισαν να επανέρχονται.
- Η κριτική ότι «έχασε τον δρόμο προς το τέλος» λόγω σειρήνων λαϊκισμού υποτιμά το γεγονός ότι η κυβέρνησή του λειτούργησε σε περιβάλλον διαρκούς πολιτικής αστάθειας, με εταίρους που είχαν διαφορετικές ατζέντες και με μια κοινωνία εξουθενωμένη. Το να αποδίδεται η όποια υστέρηση αποκλειστικά σε προσωπική αδυναμία, ενώ αγνοείται το πλαίσιο, είναι αναλυτικά ανεπαρκές.
Η μη παράδοση της ηγεσίας με τον τρόπο που κάποιοι θα επιθυμούσαν δεν αναιρεί το έργο. Οι πολιτικοί που «παραδίδουν» άνετα συχνά το κάνουν επειδή έχουν ήδη εξασφαλίσει τη δική τους θέση στο σύστημα. Ο Σαμαράς δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία.
- Η μετέπειτα στάση του απέναντι στην ηγεσία Μητσοτάκη δεν ήταν «χολερική» προσωπική κόντρα χωρίς περιεχόμενο. Ήταν κριτική σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές: στην εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται από συνεχείς υποχωρήσεις και επικοινωνιακή διαχείριση αντί για στρατηγική, στην εσωτερική διακυβέρνηση που επέτρεψε φαινόμενα θεσμικής διάβρωσης και στην απουσία ουσιαστικής αυτοκριτικής από την ίδια την εξουσία.
Το επιχείρημα ότι «κανείς αστός πολιτικός δεν κάνει αυτό που έκανε» αντιστρέφεται: κανείς σοβαρός πολιτικός δεν σιωπά όταν βλέπει τη χώρα να διολισθαίνει σε πρακτικές που ο ίδιος θεωρούσε απαράδεκτες.
Η σημερινή συγκυρία και η ανάγκη για statesman…
Η Ελλάδα του 2026 δεν αντιμετωπίζει απλώς «διαφωνίες μεταξύ προκατόχων». Αντιμετωπίζει μια διακυβέρνηση που έχει συσσωρεύσει σοβαρά ερωτήματα αξιοπιστίας: υποθέσεις παρακολουθήσεων και χρήσης spyware, διαχείριση κρίσεων με έμφαση στην επικοινωνία αντί για ουσία, φαινόμενα αλαζονείας απέναντι σε θεσμικούς ελέγχους και μια εξωτερική πολιτική που συχνά μοιάζει να προτιμά την αποφυγή σύγκρουσης ακόμη και όταν αυτό σημαίνει σταδιακή διάβρωση θέσεων.
- Η κριτική σε αυτά δεν είναι «παλαιοκομματισμός»· είναι η ελάχιστη απαίτηση δημοκρατικής λογοδοσίας. Το γεγονός ότι ο Σαμαράς έχει βρεθεί σε συμμαχίες που κάποτε θα θεωρούσε αδιανόητες δεν αποδεικνύει καιροσκοπισμό. Αποδεικνύει ότι η προτεραιότητά του παραμένει η αντιμετώπιση αυτού που θεωρεί υπαρξιακή απειλή για τη χώρα, ακόμη και αν αυτό απαιτεί υπέρβαση παλαιών αντιπαλοτήτων.
Η κατηγορία περί έλλειψης αυτοκριτικής για θέματα όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων είναι εύκολη όταν διατυπώνεται εκ των υστέρων. Η πραγματικότητα είναι ότι κάθε κυβέρνηση λειτουργεί υπό συγκεκριμένους γεωπολιτικούς και εσωτερικούς περιορισμούς. Το να απαιτείται από τον Σαμαρά να απολογείται για όσα δεν έκανε, ενώ αγνοείται το σύνολο των επιλογών που έκανε υπό πίεση, είναι μεροληπτικό. Αντίθετα, η σημερινή συγκυρία δείχνει ότι η απουσία πολιτικών που είναι διατεθειμένοι να πουν «όχι» ακόμη και με κόστος έχει αφήσει κενό.
- Ένας statesman δεν είναι εκείνος που πάντα κερδίζει ή που πάντα παραδίδει ομαλά την εξουσία. Είναι εκείνος που, όταν η εύκολη οδός είναι η προσαρμογή στο σύστημα, επιλέγει τη σύγκρουση με αυτό στο όνομα αρχών που θεωρεί υπεράνω προσωπικής άνεσης. Ο Αντώνης Σαμαράς το έκανε το 1992, το έκανε στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, το έκανε όταν διαφώνησε ανοιχτά με την πορεία της παράταξής του και το κάνει ξανά τώρα.
Η ίδρυση νέου πολιτικού σχήματος δεν είναι απόδειξη παλαιοκομματισμού. Είναι η λογική συνέχεια μιας πορείας που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με αυτό που θεωρεί παρακμή.
- Η Ιστορία δεν κρίνει με βάση το αν κάποιος ήταν «υλικό Κένεντι» ή αν έκανε άνετη καριέρα υπουργού. Κρίνει με βάση το αν, σε κρίσιμες στιγμές, κάποιος ήταν διατεθειμένος να πληρώσει το τίμημα για να υπερασπιστεί αυτό που πίστευε ότι εξυπηρετεί τη χώρα μακροπρόθεσμα.
Με αυτό το κριτήριο, ο Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη γράψει το βιογραφικό του ως statesman. Η σημερινή Ελλάδα, αντιμέτωπη με θεσμική κόπωση, σκανδαλώδεις πρακτικές και υποχώρηση σε εθνικά μέτωπα, δεν χρειάζεται άλλους διαχειριστές της παρακμής. Χρειάζεται πολιτικούς που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να πουν «όχι» όταν το σύστημα απαιτεί «ναι». Και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η παρουσία και η φωνή του Σαμαρά παραμένουν απαραίτητες.
(*) Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Γεωπολιτική και Διεθνή Οικονομία. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον. Είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies, του Λονδίνου. Ως Δημοσιογράφος, υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο.