Πριν από λίγες ημέρες παρακολουθήσαμε –οι νεότεροι μάλλον με έκπληξη– σκηνές από τη Γαλλία, όπου πλήθος κόσμου στριμωχνόταν έξω από συγκεκριμένη αλυσίδα σούπερ μάρκετ για να αγοράσει φθηνό κλιματιστικό μηχάνημα, ενώ την ίδια ώρα επιτήδειοι που τα είχαν ήδη αγοράσει φθηνά, τα πούλησαν σε τριπλάσια τιμή. Οι παλιότεροι ίσως θα θυμούνται ότι 39 χρόνια πριν, τον Ιούλιο του 1987, ανάλογες «μάχες» δίνονταν στην Αθήνα για την αγορά όχι κλιματιστικού μηχανήματος, αλλά απλού ανεμιστήρα, με την τιμή τους να υπερδιπλασιάζεται και από τις 8.000 δραχμές να φτάνουν να πωλούνται ακόμη και 20.000 δρχ., ποσό που αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 420 ευρώ. Πόσο πωλείται σήμερα ένας ανεμιστήρας δαπέδου; Με 50 ευρώ μπορείς να αγοράσεις έναν καλό, επώνυμο ανεμιστήρα, ενώ υπάρχουν στην αγορά και πιο φθηνές επιλογές.
Ακόμη κι αν αποδείχθηκε ότι στη Γαλλία, αλλά και στις άλλες χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, ήταν σε γενικές γραμμές απροετοίμαστοι για να αντιμετωπίσουν θερμοκρασίες που κυμαίνονταν κοντά στους 40 βαθμούς Κελσίου, το βέβαιο είναι ότι τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στην Ευρώπη καταναλώνουν πολύ περισσότερη ενέργεια σε σύγκριση με το παρελθόν για να δροσίσουν κατοικίες και χώρους εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε πριν από λίγες ημέρες η Eurostat, μέσα σε έξι μόλις χρόνια, το 2024 σε σύγκριση με το 2018, διπλασιάστηκε η ενέργεια που καταναλώθηκε στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. για την ψύξη των σπιτιών: έφτασε το 2024 τις 80.400 ΤJ (τερατζάουλ) από 40.500 TJ το 2018. Στην Ελλάδα το 2024 καταναλώθηκαν 11.900 TJ από 5.850 TJ το 2018, η ενέργεια δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε, ενώ περίπου το 70% των κατοικιών στην Ελλάδα διαθέτει τουλάχιστον ένα κλιματιστικό μηχάνημα. Το 7,4% της ενέργειας που καταναλώνουν τα νοικοκυριά στην Ελλάδα προορίζεται για να δροσιστούν τα σπίτια, ποσοστό που είναι το τρίτο υψηλότερο στην Ε.Ε., ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2018 ήταν λιγότερο από 4%. Εάν μέχρι πριν από λίγα χρόνια το air condition ήταν πολυτέλεια, σήμερα πλέον εγκαθίσταται σε ένα σπίτι όπως και οι άλλες αναγκαίες ηλεκτρικές συσκευές (κουζίνα, ψυγείο, πλυντήριο), καθώς σχεδόν κάθε καλοκαίρι είναι θερμότερο από το προηγούμενο, ενώ οι ημέρες των υψηλών θερμοκρασιών είναι χρόνο με τον χρόνο περισσότερες.
Αυτή είναι μια από τις πολλές αλλαγές που έχει επιφέρει η κλιματική κρίση στον τρόπο που ψωνίζουμε. Μια από τις πλέον σημαντικές σχετίζεται με την αγορά ρούχων: οι πολύ ηπιότεροι χειμώνες και η επικράτηση υψηλότερων θερμοκρασιών καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου οδηγεί πλέον τους καταναλωτές στην Ελλάδα να αγοράζουν ολοένα και λιγότερο βαριά ρούχα, με τις τέσσερις σεζόν για τον κλάδο της ένδυσης να έχουν στην πραγματικότητα καταργηθεί. Το παραπάνω δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στους λιανεμπόρους, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν σημαντικά αποθέματα, κάτι που σημαίνει μεγαλύτερο κόστος και μικρότερα έσοδα και κέρδη.
Ακόμη πιο μεγάλο πρόβλημα δημιουργεί το γεγονός ότι πλέον τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο στην Ελλάδα μπορεί να έχει υψηλότερες θερμοκρασίες από ό,τι τον Μάρτιο, με συνέπεια να μην υπάρχει αντιστοίχιση μεταξύ των πραγματικών καιρικών συνθηκών και των ρούχων που πωλούνται. Ετσι, πλέον υπάρχει μεγάλη στροφή κατασκευαστών και καταναλωτών στα ελαφρύτερα ρούχα.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του moneyreview.gr πατώντας ΕΔΩ.