Κυριακή
5
Δεκέμβριος
TOP

Μετά την πανδημία: Οι επόμενοι κίνδυνοι που απειλούν τις οικονομίες

Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας ισχυροποιείται, διαπιστώνει σε τελευταία ανάλυσή της η Moody’s, προβλέποντας ότι οι οικονομίες του G20 θα αναπτυχθούν κατά 6,2% φέτος και κατά 4,5% το 2022, έπειτα από τη συρρίκνωσή τους κατά 3,2% πέρυσι.

Καθώς η πανδημία θα γίνεται λιγότερο σημαντική για την οικονομία, άλλοι κίνδυνοι θα εξελιχθούν με τον καιρό, προειδοποιεί ο οίκος αξιολόγησης.

Ο πιο προφανής κίνδυνος που θα μπορούσε να ανατρέψει τις προβλέψεις της Moody’s βραχυπρόθεσμα είναι, βέβαια, η πορεία της πανδημίας και η αναζωπύρωση των κρουσμάτων σε χώρες με χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού, όπου η οικονομική ανάκαμψη μπορεί να απειληθεί.

Αλλά και πέραν αυτού, η Moody’s επισημαίνει ότι τα προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα απαιτούν περισσότερο χρόνο για να επιλυθούν από ό,τι ανέμενε, προκαλώντας εκτεταμένες στρεβλώσεις στην ισορροπία της προσφοράς και της ζήτησης σε όλο τον κόσμο. Όσο αργούν να εκτονωθούν οι πιέσεις στην προσφορά, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να αναθεωρηθούν προς τα πάνω οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό και έτσι, ο υψηλός πληθωρισμός να επιμείνει για περισσότερο καιρό.

Τυχόν επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, χωρίς την ανάλογη αύξηση στους ονομαστικούς μισθούς θα υπονομεύσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, προειδοποιούν οι αναλυτές. Επιπλέον, ο υψηλός πληθωρισμός θα μπορούσε να πείσει τις κεντρικές τράπεζες να προχωρήσουν στη σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής τους συντομότερα και γρηγορότερα.

Ειδικά μία απότομη στροφή στη νομισματική πολιτική της Fed θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμιο sell off στις αγορές, με δεδομένο ότι οι αποτιμήσεις είναι «τραβηγμένες» σε όλες τις επενδυτικές κατηγορίες, τονίζει η Moody’s.

Ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να διαψεύσουν τις προβλέψεις για οικονομική ανάκαμψη

Η μοναδική φύση του σοκ του κορωνοϊού αλλά και της ανάκαμψης που ακολουθεί σημαίνει ότι είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πώς ακριβώς θα διαμορφωθεί η καταναλωτική συμπεριφορά με τον καιρό και σε διαφορετικές χώρες, πόσο γρήγορα θα ανακάμψουν οι αγορές εργασίας ή εάν οι επιχειρήσεις θα έχουν τη διάθεση να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στη μεταπανδημική  οικονομία.

Έτσι, η Moody’s αναγνωρίζει ότι μία σειρά από αποτελέσματα –καλύτερα ή χειρότερα από ό,τι περιμένει-  θα εξαρτηθούν από τη δυναμική και τη διάρκεια της ανάκαμψης στην κατανάλωση.

Τα νοικοκυριά σε όλο τον κόσμο δεν υπέστησαν κάποιο σοβαρό σοκ στα εισοδήματά τους και άρα έχουν συσσωρεύσει σημαντικές αποταμιεύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να στηρίξουν τη ζήτηση καθώς οι οικονομίες ανοίγουν και πάλι. Όμως είναι επίσης πιθανό η συσσωρευμένη ζήτηση να υποχωρήσει γρήγορα και η ώθηση στην κατανάλωση να αποδειχθεί προσωρινή και σύντομη.

Την ίδια στιγμή, τα πρωτοφανή επίπεδα του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους θα μπορούσαν να αποτελέσουν εστία ανησυχίας, εάν οι προοπτικές της ανάπτυξης και της κερδοφορίας μετριαστούν.

Για πολλές χώρες μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων, η πανδημία έγινε αιτία για να πάει η οικονομική και κοινωνική πρόοδος αρκετά χρόνια πίσω. Σε πολλές χώρες, η πανδημία δεν έχει τελειώσει και η αβεβαιότητα θα συνεχίσει να λειτουργεί αρνητικά για τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Οι ανησυχίες για τη δημόσια υγεία θα μπορούσαν να επιμείνουν για χρόνια στα πιο φτωχά μέρη του κόσμου, εάν δεν γίνει μία προσπάθεια για πιο δίκαιη διανομή των εμβολίων, τονίζει η Moody’s.

Από την άλλη πλευρά, η πανδημία έχει επιτείνει τις οικονομικές ανισότητες μέσα στα κράτη αλλά και στον κόσμο, κάτι που αναμένεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις σε πολλές χώρες, όταν η προσοχή θα περάσει από την αντιμετώπιση της κρίσης του κορωνοϊού στη διαχείριση της ανάκαμψης.

Εάν δεν αντιμετωπιστούν, η χρόνια υψηλή ανεργία και η υποαπασχόληση θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κοινωνική συνοχή, να πυροδοτήσουν κοινωνικές αναταραχές και να φέρουν λαϊκιστικές πολιτικές, προειδοποιεί η Moody’s.

Από την άλλη πλευρά, η πανδημία έχει επιταχύνει τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, με επίκεντρο τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Κίνα και τις ΗΠΑ.  Οι δομικές διαφορές ανάμεσα στις δύο δυνάμεις σε μία ευρεία σειρά από οικονομικά και γεωστρατηγικά ζητήματα, όπως η πρόσβαση στις αγορές, τα πνευματικά δικαιώματα, η μεταβίβαση τεχνολογίας, η ελευθερία στη ναυσιπλοΐα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν πρόκειται να γεφυρωθούν, εκτιμά η Moody’s.  Καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις θα κλιμακώνονται και θα εκδηλώνονται,  ο κίνδυνος συγκρούσεων στα Στενά της Ταϊβάν, στη Νότια Σινική Θάλασσα και στην περιοχή του Ινδικού-Ειρηνικού, θα συνεχίσει να αυξάνεται, τονίζει.

Αλλά και οι κίνδυνοι στο επίπεδο της κυβερνοασφάλειας θα γίνουν μια όλο και πιο σημαντική πρόκληση για τις κυβερνήσεις το επόμενο διάστημα, καταλήγει ο οίκος αξιολόγησης.

πηγη