Στην ολομέλεια της Βουλής μεταφέρεται αύριο Πέμπτη (25/06), η συζήτηση επί του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας του σχετικού νομοσχεδίου στην επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής. Με αφορμή το γεγονός αυτό ανοιχτή επιστολή προς τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη με Θέμα: «Όταν σωπαίνουν οι Κοινότητες – Ανοιχτή επιστολή προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας» απέστειλε ο Παναγιώτης Ι. Λύρας, Πρόεδρος Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας, όπου εστιάζει στον ρόλο και τις αρμοδιότητες των Κοινοτήτων.
Αναλυτικά στην επιστολή του αναφέρει:
Αξιότιμε Κύριε Πρωθυπουργέ,
Σε λίγες ώρες η Βουλή των Ελλήνων καλείται να ψηφίσει τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Έναν Κώδικα, που θα καθορίσει όχι μόνο τον τρόπο λειτουργίας των Δήμων, αλλά και το μέλλον της δημοκρατίας στις γειτονιές, στα χωριά και στις τοπικές κοινωνίες της χώρας.
Πρόσφατα δηλώσατε ότι «η ελληνική ψυχή είναι ταυτισμένη με τη ζωή στο χωριό».
Μια φράση όμορφη, αληθινή που δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς.
Γιατί πράγματι η Ελλάδα δεν γεννήθηκε στα υπουργικά γραφεία. Γεννήθηκε στις κοινότητες ανθρώπων, στα χωριά που κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, στις γειτονιές που κράτησαν ζωντανή την αλληλεγγύη, στους τόπους, όπου η δημοκρατία δεν ήταν θεωρία αλλά καθημερινή πράξη.
Το ερώτημα όμως δεν είναι τι λέμε για το χωριό. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε γι’ αυτό. Διότι, αν πράγματι πιστεύουμε ότι η ελληνική ψυχή κατοικεί ακόμη στην ελληνική περιφέρεια, τότε οφείλουμε να προστατεύσουμε και τη δημοκρατία της.
Τη φωνή της. Τον άνθρωπο που αφήνει τη δουλειά του, για να πάει σε μια συνεδρίαση. Τον άνθρωπο που δέχεται τηλεφωνήματα νύχτα για μια βλάβη στο δίκτυο ύδρευσης. Τον άνθρωπο που θα σηκωθεί μέσα στη βροχή, για να δει αν ο αγροτικός δρόμος παραμένει ανοιχτός. Τον άνθρωπο που θα ενδιαφερθεί για το μικρό και το μεγάλο, που θα κρατήσει ψηλά τη Σημαία και φροντισμένο το κοιμητήριο με τους δικούς μας και περιποιημένο το Ηρώο μας.
Τον Πρόεδρο της Κοινότητας.Το μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου.Τον εθελοντή της γειτονιάς.
Αυτούς που εδώ και δεκαετίες κρατούν όρθια την πιο ανθρώπινη μορφή αυτοδιοίκησης. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν κρατήθηκε όρθια από διατάξεις νόμων. Κρατήθηκε όρθια από ανθρώπους. Από εκείνον που θα φροντίσει την πλατεία χωρίς να πληρώνεται. Από εκείνον που θα ανοίξει τον δρόμο μετά από μια κατολίσθηση. Από εκείνον που θα οργανώσει μια γιορτή, ένα πανηγύρι, μια αιμοδοσία. Από εκείνον που θα επιμείνει να μείνει στον τόπο του, όταν όλοι οι λόγοι τον καλούν να φύγει…
Και όμως, κύριε Πρωθυπουργέ,
ο νέος Κώδικας μοιάζει να εμπιστεύεται αυτούς τους ανθρώπους λιγότερο από όσο τους εμπιστεύεται η ίδια η κοινωνία.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Το Σύνταγμα της χώρας κατοχυρώνει την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Τοπικής Αυτονομίας προβλέπει ότι οι δημόσιες υποθέσεις πρέπει να ασκούνται όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες. Κι όμως, ο νέος Κώδικας εξακολουθεί να κρατά τις αποφάσεις μακριά από εκείνους που γνωρίζουν καλύτερα τα προβλήματα.
Η Κοινότητα είναι αυτή που βλέπει πρώτη τη λακκούβα. Πρώτη την κατολίσθηση. Πρώτη τη διακοπή νερού. Πρώτη την ανάγκη του αγρότη. Πρώτη τον κίνδυνο μιας πυρκαγιάς. Πρώτη την εγκατάλειψη ενός οικισμού. Ωστόσο, παραμένει τελευταία στην αλυσίδα των αποφάσεων.
Και αυτό δεν είναι αποκέντρωση. Είναι συγκεντρωτισμός με τοπικό προσωπείο.
Στην Ελλάδα δεν ερημώνουν πρώτα τα χωριά. Ερημώνουν πρώτα οι θεσμοί τους. Και, όταν αδειάσουν οι θεσμοί, αδειάζουν και τα σπίτια.
Κανείς νέος άνθρωπος δεν επιστρέφει σε έναν τόπο, όπου δεν μπορεί να επηρεάσει τίποτα. Κανείς δεν αφιερώνει χρόνο από την οικογένεια και την εργασία του, για να συμμετέχει σε ένα όργανο που δεν αποφασίζει σχεδόν για τίποτα. Κανείς δεν εμπνέεται να ασχοληθεί με τα κοινά, όταν το μήνυμα που λαμβάνει είναι ότι άλλοι αποφασίζουν και εκείνος απλώς γνωμοδοτεί.
Και όμως, αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει.
Ο νέος Κώδικας μειώνει τον αριθμό των αιρετών στις Κοινότητες.
Δηλαδή μειώνει τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Μειώνει τα μάτια που βλέπουν τα προβλήματα. Μειώνει τα αφτιά που ακούν την κοινωνία. Μειώνει τις φωνές που μεταφέρουν την αγωνία της γειτονιάς και του χωριού.
Σε μια εποχή, όπου το μεγάλο πρόβλημα της δημοκρατίας δεν είναι η υπερβολική συμμετοχή, αλλά η αποχή, η αδιαφορία και η απομάκρυνση των πολιτών από τα κοινά.
Ας αναρωτηθούμε κάτι απλό. Σε μια πολυκατοικία οι ένοικοι εκλέγουν διαχειριστή, για να αποφασίζει. Σε έναν πολιτιστικό σύλλογο το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει. Σε έναν συνεταιρισμό οι παραγωγοί αποφασίζουν.
Στην Κοινότητα όμως; Στο χωριό; Στη γειτονιά; Οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των πολιτών καλούνται κυρίως να εισηγούνται, να γνωμοδοτούν, να διαβιβάζουν, να περιμένουν, και πολλές φορές να βλέπουν τις αποφάσεις τους να χάνονται σε κάποιο συρτάρι υπηρεσίας ή αντιδημαρχίας.
Το πιο παράδοξο όμως βρίσκεται αλλού.
Οι Κοινότητες θεωρούνται αρκετά ώριμες, για να αποφασίσουν αν θα δοθεί παράταση μουσικής σε ένα κατάστημα. Αλλά όχι αρκετά ώριμες, για να αποφασίσουν για μια αγροτική οδό, για μια βρύση, για μια παιδική χαρά, για έναν κοινόχρηστο χώρο, για ένα μικρό έργο καθημερινότητας.
Με άλλα λόγια, το κράτος φαίνεται να εμπιστεύεται περισσότερο τους Προέδρους να διαχειριστούν μια διαφωνία ανάμεσα σε έναν καταστηματάρχη και έναν γείτονα που δεν μπορεί να κοιμηθεί, παρά να διαχειριστούν το μέλλον του τόπου που τους εξέλεξε.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η πιο άμεση μορφή δημοκρατίας, η Συνέλευση Κατοίκων, παραμένει περιορισμένη. Η εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι η δημοκρατία έχει πληθυσμιακό όριο, ότι οι γειτονιές μιας μεγάλης πόλης δεν χρειάζεται να συζητούν τα προβλήματά τους και ότι οι πολίτες έχουν ρόλο μόνο την ημέρα των εκλογών, όχι στη συνδιαμόρφωση των πολιτικών που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.
Κύριε Πρωθυπουργέ,
πριν από λίγους μήνες συζητήθηκε ακόμη και η κατάργηση των Κοινοτήτων στις έδρες των Δήμων. Η συζήτηση αυτή από μόνη της αποκαλύπτει πόσο εύκολα κάποιοι θεωρούν τις Κοινότητες περιττές.
Όμως μια πόλη δεν είναι μόνο το Δημαρχείο της. Είναι οι γειτονιές της. Οι συνοικίες της. Οι οικισμοί της. Οι άνθρωποί της.
Και η δημοκρατία δεν δυναμώνει, όταν απομακρύνεται από τον πολίτη. Δυναμώνει όταν τον πλησιάζει.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα του νέου Κώδικα δεν είναι πόσα μέλη θα έχει ένα συμβούλιο. Ούτε πόσες παραγράφους θα έχει ένα άρθρο. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Θέλουμε Κοινότητες ζωντανές ή Κοινότητες συμβολικές; Θέλουμε πολίτες συμμέτοχους ή θεατές; Θέλουμε χωριά που αποφασίζουν ή χωριά που απλώς περιμένουν;
Γιατί η εγκατάλειψη των Κοινοτήτων δεν είναι μια ουδέτερη διοικητική επιλογή.Είναι επιλογή με δημογραφικές, κοινωνικές και εθνικές συνέπειες.
Κάθε αρμοδιότητα που αφαιρείται από μια Κοινότητα είναι ένα ακόμη βήμα προς την ερήμωση. Κάθε φωνή που σιωπά είναι ένας ακόμη λόγος, για να φύγει ένας νέος. Κάθε θεσμός που αποδυναμώνεται αφήνει πίσω του έναν τόπο λίγο πιο μόνο.
Την Παρασκευή το βράδυ η Βουλή δεν θα ψηφίσει απλώς έναν Κώδικα.
Θα αποφασίσει αν εμπιστεύεται τις τοπικές κοινωνίες. Αν πιστεύει πραγματικά στην αποκέντρωση. Αν θεωρεί τις Κοινότητες αναγκαίο κύτταρο δημοκρατίας ή απλώς ένα διοικητικό απολίθωμα, που διατηρείται από συνήθεια.
Εσείς, κύριε Πρωθυπουργέ, είπατε ότι η ελληνική ψυχή είναι ταυτισμένη με τη ζωή στο χωριό. Σας καλώ να αποδείξετε ότι το πιστεύετε. Γιατί η τοπική αυτοδιοίκηση χωρίς τις Κοινότητες είναι μισή αυτοδιοίκηση.
Και η ερήμωση δεν αρχίζει όταν κλείσει το τελευταίο σπίτι. Αρχίζει, όταν σωπάσει η τελευταία φωνή που νοιάζεται για τον τόπο της.
Η επιλογή πλέον ανήκει σε εσάς και στη Βουλή των Ελλήνων.
Παναγιώτης Ι. Λύρας
Πρόεδρος
Συμβουλίου Δημοτικής Κοινότητας Καλαμάτας