Παρασκευή
30
Ιανουάριος
TOP

Η πολιτική υποκρισία της παράταξης: Ποιος δικαιούται να λέει σε ποιον «προδότης»;

Άποψη

Υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά που διαπερνούν ολόκληρη την πολιτική παράδοση της Νέας Δημοκρατίας.

Παρουσιάζονται ως «πολιτική κρίση», αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν έναν παλιό μηχανισμό επιλεκτικής ηθικής. Αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό είδαμε να επανενεργοποιείται με τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά.

Ένας πρώην πρωθυπουργός, ένας άνθρωπος που κράτησε όρθια την παράταξη το 2012, που την επανέφερε στην εξουσία, που στήριξε ευθέως και ανοιχτά τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την ηγεσία του 2015, διαγράφηκε σαν να ήταν κάποιο περιθωριακό στέλεχος.

Και για όσους αναπαράγουν το «προδότης», η δίκη τελείωσε πριν καν ξεκινήσει.
Αντιθέτως, η Ντόρα Μπακογιάννη —που όχι μόνο αμφισβήτησε, αλλά και έσπασε το κόμμα δημιουργώντας νέο πολιτικό φορέα και κατεβαίνοντας απέναντι στη ΝΔ στις εκλογές— δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ με τέτοιους χαρακτηρισμούς.

Ούτε από τον κομματικό μηχανισμό, ούτε από τα φιλικά μέσα, ούτε από τους ενοίκους των καφενείων που σήμερα καταδικάζουν τον Σαμαρά με ιερή οργή. Για τη διάσπαση του 2010–2012, κανείς δεν είπε «προδοσία». Για την ίδρυση νέου κόμματος, κανείς δεν είπε «μαχαίρι στην παράταξη».

Για την αυτόνομη κάθοδο απέναντι στη ΝΔ, κανείς δεν μίλησε για «υπονόμευση».
Η ερώτηση λοιπόν δεν είναι τι έγινε, αλλά ποιος το έκανε.
Η αλήθεια είναι απλή:
Στην παράταξη, η ηθική δεν κρίνει τις πράξεις, αλλά τις σχέσεις ισχύος.
Δεν είναι η πολιτική απόφαση που βαφτίζει κάποιον «προδότη».
Είναι η απειλή που προκαλεί στον έλεγχο της ηγεσίας.
Η οικογένεια Μητσοτάκη —με συνέχεια, συνέπεια και αξιοθαύμαστη επιμονή— αντιμετωπίζει κάθε πολιτική διαφωνία όχι ως έκφραση δημοκρατίας, αλλά ως εχθρική πράξη αν δεν προέρχεται από τους «δικούς της». Αν όμως προέρχεται από το εσωτερικό της οικογένειας, τότε κατατάσσεται εύκολα στις «κακές στιγμές», στις «παρεξηγήσεις», στα «πολιτικά λάθη». Έτσι, η διάσπαση της ΝΔ γίνεται απλώς μια «περιπέτεια». Ενώ η πολιτική διαφωνία ενός πρώην πρωθυπουργού μετατρέπεται σε “προδοσία”.
Αυτή η αντίφαση δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα. Αφορά τον πολιτικό πολιτισμό της παράταξης. Εκεί όπου η ενότητα συγχέεται με την υποταγή και η διαφωνία παρουσιάζεται ως δολιοφθορά. Όπου οι οικογενειακές ισορροπίες υπερισχύουν των κομματικών. Όπου το κόμμα μετατρέπεται από πολιτικό οργανισμό σε μηχανισμό ιδιοκτησίας.
Η περίπτωση Σαμαρά είναι το νέο παράδειγμα. Δεν συγκρούστηκε με τη ΝΔ. Συγκρούστηκε με την ηγεσία της. Και σε ένα κόμμα που λειτουργεί πλέον με όρους ιδιοκτησίας, αυτό αρκεί για να θεωρηθείς «εχθρός». Η κατηγορία της «προδοσίας» δεν αποδίδεται με πολιτικά κριτήρια, αλλά με οικογενειακά αντανακλαστικά. Είναι εργαλείο πειθάρχησης, όχι διάγνωσης.
Όμως υπάρχει κι ένα βαθύτερο ζήτημα:
Όταν ένα κόμμα φτάνει στο σημείο να διαγράφει τον πρώην πρωθυπουργό του επειδή μίλησε, τότε το πρόβλημα δεν είναι εκείνος.
Το πρόβλημα είναι η ίδια η παράταξη, που φοβάται περισσότερο τη συζήτηση από τη σιωπή.
Που προτιμά να κατασκευάζει «προδότες» αντί να αντιμετωπίζει τα πολιτικά της ελλείμματα.
Που επιβραβεύει τη νομιμοφροσύνη και τιμωρεί τη σκέψη.
Η πολιτική ιστορία της Νέας Δημοκρατίας δείχνει ότι όσοι απλώς διαφωνούν, συνήθως διαγράφονται.
Όσοι όμως διαλύουν το κόμμα, συγχωρούνται — αν ανήκουν στην οικογένεια.
Και αν κάτι προδίδεται σήμερα, δεν είναι η παράταξη.
Είναι η ίδια η λογική της πολιτικής.