Η ακρίβεια και ο πληθωρισμός στρέφει τους εργαζόμενους στα κουπόνια και οι εταιρείες τις προτιμούν λόγω της χαμηλότερης φορολογίας.
Ο καλπάζων ρυθμός του πληθωρισμού σε συνδυασμό με την εκρηκτική άνοδο στις τιμές τροφίμων και τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των χαμηλόμισθων οδηγεί στο αίτημα για την αύξηση του αφορολόγητου ορίου των διατακτικών σίτισης από τα 6 στα 12 ευρώ ημερησίως που χρησιμοποιούνται για τρόφιμα στα σούπερ μάρκετ και σε εταιρείες εστίασης.
Το ισχύον αφορολόγητο όριο παραμένει αμετάβλητο από το 2004, δηλαδή εδώ και 22 χρόνια, παρά τη σημαντική αύξηση του κόστους ζωής. Το θέμα επανήλθε μάλιστα και στη Βουλή, καθώς την προηγούμενη εβδομάδα τρεις βουλευτές του ΠΑΣΟΚ (σ.σ. Μανώλης Χριστοδουλάκης, Παύλος Χρηστίδης και Πάρις Κουκουλόπουλος) κατέθεσαν ερώτηση προς τα υπουργεία Οικονομικών και Εργασίας, ζητώντας να εξεταστεί η αναπροσαρμογή του ορίου, αλλά και η δημιουργία μόνιμου μηχανισμού αναπροσαρμογής με βάση τον πληθωρισμό και το κόστος διατροφής.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς νέα έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ δείχνει ότι τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι επιχειρήσεις αξιολογούν θετικά τη συγκεκριμένη παροχή, η οποία λειτουργεί ως ένα από τα λίγα εργαλεία ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης χωρίς να επιβαρύνεται ο εργοδότης με τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές που θα συνεπαγόταν μια αντίστοιχη αύξηση του μισθού. Για τον λόγο αυτό, οι διατακτικές σίτισης θεωρούνται από πολλές επιχειρήσεις ένας αποτελεσματικός τρόπος στήριξης του προσωπικού σε μια περίοδο αυξημένου λειτουργικού κόστους.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 75% των επιχειρήσεων δηλώνει πως η ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση επηρεάζει πολύ ή αρκετά την απόφασή του να χορηγήσει διατακτικές σίτισης, ενώ η στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και τα φορολογικά κίνητρα αποτελούν τους δύο βασικούς λόγους υιοθέτησης του μέτρου. Αντίθετα, όσες επιχειρήσεις δεν το εφαρμόζουν επικαλούνται κυρίως την περιορισμένη οικονομική δυνατότητα, την έλλειψη ενημέρωσης ή την επιλογή άλλων μορφών παροχών.