Για πολλές δεκαετίες η Ελλάδα αποτελούσε μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης. Η απόκτηση κατοικίας δεν ήταν απλώς μια επενδυτική επιλογή, αλλά βαθιά ριζωμένο στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας. Το σπίτι αποτελούσε συνώνυμο της οικονομικής ασφάλειας, της οικογενειακής σταθερότητας και της διαγενεακής δημιουργίας περιουσίας.
Σήμερα, η εικόνα αυτή αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat καταγράφουν μία από τις σημαντικότερες μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται οριακά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ιδιοκατοίκηση, όμως η πτωτική πορεία είναι σαφής και συνεχής. Μέσα σε μόλις έξι χρόνια (2019-2025), το ποσοστό ιδιοκατοίκησης μειώθηκε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, μία από τις μεγαλύτερες απώλειες μεταξύ των κρατών-μελών.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο την αγορά ακινήτων. Αντανακλά βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που επηρεάζουν τη δυνατότητα των ελληνικών νοικοκυριών να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, να δημιουργήσουν περιουσία και να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Παράλληλα, επηρεάζει τη δημογραφική δυναμική, τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και τη συνολική αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
Η μεγάλη ανατροπή μέσα σε δύο δεκαετίες
Η υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης δεν αποτελεί ένα πρόσφατο ή συγκυριακό φαινόμενο. Τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια σταδιακή αλλά σταθερή μεταβολή του στεγαστικού μοντέλου της χώρας, η οποία ξεκινά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και επιταχύνεται μετά το 2020.
Μέσα σε είκοσι χρόνια, η Ελλάδα έχασε περισσότερες από 15 ποσοστιαίες μονάδες ιδιοκατοίκησης, ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία σχεδόν διπλασιάστηκε. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές μεταβολές της μεταπολιτευτικής περιόδου, καθώς αλλάζει σταδιακά ο τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες καλύπτουν μία από τις βασικότερες ανάγκες τους: τη στέγαση.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του www.newsbomb.gr πατώντας ΕΔΩ