Του Κώστα Ζωντανού
Κάποτε η αστυνομία κατηγορούνταν ιδεολογικά ως «όργανο του συστήματος», αλλά ο πολίτης ένιωθε ασφαλής στη γειτονιά του. Σήμερα, με περισσότερα μέσα και τεχνολογία, η παρουσία της στον δρόμο έχει αραιώσει και το αίσθημα ανασφάλειας έχει μεγαλώσει.
Για δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά τον Εμφύλιο, ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ρητορικής χαρακτήριζε την αστυνομία ως «συνειδητό όργανο του ταξικού εχθρού ενάντια στο λαό». Η Ελληνική Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων θεωρούνταν από πολλούς μηχανισμοί του κράτους που στρέφονταν εναντίον του λαϊκού κινήματος.
Και όμως, την ίδια στιγμή, ο απλός πολίτης ζούσε μια διαφορετική πραγματικότητα στην καθημερινότητά του. Στις γειτονιές των πόλεων υπήρχε παρουσία αστυνομικού. Περιπολίες με τα πόδια, αστυφύλακες που γνώριζαν τους κατοίκους και μια γενική αίσθηση ότι η πολιτεία είναι παρούσα στον δρόμο.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις παλιές ελληνικές ταινίες βλέπουμε συχνά τον αστυφύλακα να περιπολεί στη γειτονιά. Με τη στολή, το πηλήκιο και το μπλοκάκι στο χέρι, περνούσε από τα στενά, χαιρετούσε τους καταστηματάρχες και αντάλλασσε δυο κουβέντες με τους κατοίκους. Δεν ήταν απλώς κινηματογραφική εικόνα· ήταν μέρος της καθημερινότητας μιας εποχής όπου η παρουσία του αστυνομικού στον δρόμο δημιουργούσε ένα αυτονόητο αίσθημα ασφάλειας.
Ο πολίτης ήξερε ότι, αν συμβεί κάτι, ο αστυνομικός δεν ήταν μακριά.
Μετά τη Μεταπολίτευση και κυρίως μετά την άνοδο του Ανδρέας Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ το 1981, επιχειρήθηκε να αλλάξει η φιλοσοφία των σωμάτων ασφαλείας. Η δημιουργία της Ελληνική Αστυνομία το 1984, με τη συγχώνευση των δύο σωμάτων, παρουσιάστηκε ως βήμα εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού.
Ήταν μια μεγάλη θεσμική αλλαγή που στόχευε να απομακρύνει τα σώματα ασφαλείας από το βάρος του μετεμφυλιακού κράτους. Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων, κάτι άλλο άρχισε να συμβαίνει: η καθημερινή παρουσία της αστυνομίας στον δρόμο άρχισε να εξαφανίζεται.
Σήμερα, ενώ η αστυνομία διαθέτει πολύ περισσότερα μέσα, ο πολίτης συχνά αισθάνεται μεγαλύτερη ανασφάλεια. Βλέπει αστυνομικές μοτοσυκλέτες παρκαρισμένες έξω από κεντρικά καφέ, ομάδες αστυνομικών συγκεντρωμένες σε συγκεκριμένα σημεία, αλλά σπάνια συναντά τον αστυνομικό που περιπολεί στη γειτονιά.
Η εικόνα έχει αντιστραφεί.
Αν αφαιρέσουμε τις επιτυχίες σε μεγάλο και μεσαίο έγκλημα από συγκεκριμένες υπηρεσίες, στην καθημερινότητα και στην ασφάλεια του πολίτη στις γειτονιές υπάρχει μεγάλη απουσία.
Τότε η αστυνομία κατηγορούνταν ιδεολογικά, αλλά ήταν ορατή στον δρόμο.
Σήμερα διαθέτει σύγχρονα μέσα και τεχνολογία, αλλά η παρουσία της στην καθημερινότητα του πολίτη μοιάζει πιο απομακρυσμένη.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο της εποχής μας: εκεί που κάποτε η αστυνομία θεωρούνταν από κάποιους «όργανο του συστήματος», ο πολίτης ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια. Σήμερα, σε μια εποχή που τα σώματα ασφαλείας είναι θεσμικά πιο εκδημοκρατισμένα και καλύτερα εξοπλισμένα, η ανασφάλεια του πολίτη έχει γίνει πιο έντονη.
Η ασφάλεια όμως δεν είναι ζήτημα μόνο εξοπλισμού ή οργανωτικών μεταρρυθμίσεων. Είναι ζήτημα παρουσίας. Είναι η αίσθηση ότι το κράτος βρίσκεται δίπλα στον πολίτη, στον δρόμο της γειτονιάς του.
Και αυτή η αίσθηση, δυστυχώς, μοιάζει να έχει χαθεί.
Γιατί η ασφάλεια δεν μετριέται με τις ανακοινώσεις ούτε με τον αριθμό των οχημάτων. Μετριέται με κάτι πολύ απλό: αν ο πολίτης βλέπει τον αστυνομικό στη γειτονιά του και αν αισθάνεται ότι το κράτος είναι παρόν εκεί όπου ζει. Και σήμερα, αυτή η παρουσία λείπει