Ο βουλευτής Μεσσηνίας και πρώην πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, Αλέξης Χαρίτσης μιλά για όλα τα τρέχοντα ζητήματα και παίρνει θέση χωρίς δισταγμούς.
O Αλέξης Χαρίτσης σε μία εκ βαθέων συνέντευξη στο NEWS 24/7 μιλά για όλα τα τρέχοντα ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας.
Ο βουλευτής Μεσσηνίας της Νέας Αριστεράς, εξηγεί το συνεχόμενο δημοσκοπικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, παίρνει θέση για το μανιφέστο του Ινστιτούτου Τσίπρα, ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί από τη βουλευτική του έδρα και εξάρει το παράδειγμα της Ισπανίας το οποίο θεωρεί παράδειγμα προς μίμηση για τον ελληνικό προοδευτικό χώρο.
Παίρνει θέση, τέλος, για τα γεγονότα του 2015 και δίνει ένα στίγμα των προγραμματικών του προθέσεων ξεκαθαρίζοντας ποιο ο ίδιος θεωρεί ως το βασικό πολιτικό επίδικο της εποχής.
Γιατί μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης και σειρά σκανδάλων ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνηση διατηρούν ένα σχετικά άνετο δημοσκοπικό προβάδισμα;
Νομίζω ότι βλέπουμε μία τεράστια αναντιστοιχία του τι έχει συμβεί σ’ αυτή τη χώρα τα τελευταία 7 χρόνια και πώς αυτό αντικατοπτρίζεται σε πολιτικό επίπεδο στο συσχετισμό δύναμης. Γιατί; Διότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει πειστεί ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή εναλλακτική. Δεν έχει πειστεί ότι υπάρχει ένα άλλο σχέδιο, αντιπαραθετικό με αυτό της Νέας Δημοκρατίας. Γι’ αυτό η κυβέρνηση εξακολουθεί, παρά τα σκάνδαλα, παρά την πλήρη καταβαράθρωση των δημοκρατικών θεσμών και την έκρηξη των ανισοτήτων, να διατηρεί ένα σημαντικό πολιτικό προβάδισμα.
Θεωρώ ότι η αντανάκλαση του πολιτικού στο κοινωνικό θα γίνει εφόσον υπάρχει ακριβώς αυτό: Ένα πολιτικό σχέδιο για το πώς θέλουμε να είναι η χώρα τα επόμενα χρόνια με όρους προστασίας των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας. Εκεί θα κριθεί ο συσχετισμός, στο πόσο δηλαδή, θα πειστεί η ελληνική κοινωνία ότι ναι, μπορεί να υπάρξει διαφορετικός δρόμος, ναι, μπορεί να υπάρξει ένας άλλος πολιτικός πόλος, αριστερός και προοδευτικός, που θα εφαρμόσει μία πραγματικά διαφορετική πολιτική.
Μήπως, παράλληλα με όσα έχετε ήδη αναφέρει, ο κόσμος έχει γίνει πολύ κυνικός;
Αν θυμάστε, ακόμα και πριν από τις εκλογές του 2023, λέγαμε ότι αυτό το οποίο κατάφερε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι να διαμορφώσει συνθήκες μιας κοινωνίας πολύ χαμηλών προσδοκιών. Τώρα αυτό έχει περάσει σ’ ένα επόμενο στάδιο, το στάδιο του κυνισμού και του ατομικισμού. Δεν υπάρχει συλλογικές λύσεις στα αδιέξοδά μας, θέλουν να μας πείσουν. Την ίδια ώρα η απόσταση μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας διευρύνεται, ενώ η εμπιστοσύνη σε θεσμούς όπως η Δικαιοσύνη, το Κοινοβούλιο, τα ΜΜΕ χάνεται.
Διαμορφώνεται έτσι ένα πεδίο στο οποίο ενισχύονται δυνάμεις που αναφέρονται στην αντιπολιτική και στην ακροδεξιά. Αυτό δεν βοηθά απλώς την κυβέρνηση, αλλά καλλιεργείται και τροφοδοτείται από την ίδια και επιτείνει αυτό το κοινωνικό αδιέξοδο. Σε κατάσταση αδιεξόδου λοιπόν η κοινωνία καταφεύγει στην έσχατη λύση που είναι η αναπαραγωγή του υπάρχοντος.
Περιγράψατε πριν την ανάγκη για έναν άλλο εναλλακτικό, αριστερό, προοδευτικό πόλο. Προ ημερών δημοσιεύτηκε το μανιφέστο του Ινστιτούτου Τσίπρα. Είναι ένα κείμενο που ανταποκρίνεται στις δικές σας πολιτικές προσδοκίες;
Θεωρώ ότι σε τέτοια κείμενα, μακροσκελή και διακηρυκτικά, είναι εύκολο να εντοπίσεις σημεία με τα οποία συμφωνείς, αλλά είναι και πάρα πολύ εύκολο να κάνεις και κριτική γιατί πιθανώς να λείπουν κάποιες αιχμές που θα ήθελες ή κάποια θέματα στα οποία θα έπρεπε, με τα δικά σου κριτήρια, να υπάρξει μεγαλύτερη έμφαση.
Για μένα το εν λόγω κείμενο επιτελεί πολιτικά έναν συγκεκριμένο και χρήσιμο ρόλο και βρίσκεται σε σωστή κατεύθυνση. Ποιος είναι αυτός ο ρόλος; Να περιγράψει την ανάγκη για μια πλουραλιστική και συνθετική εκδοχή της Αριστεράς.
Να μιλήσει για τα τρία ρεύματα, της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, και για το πώς πρέπει αυτά τα τρία να συναντηθούν και να συμπλεύσουν. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, ειδικά σε μια εποχή πολύ μεγάλου κατακερματισμού και περιχαρακώσεων, είναι χρήσιμο.
Θα σταθώ περισσότερο σε αυτό και όχι σε επί μέρους πτυχές που θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει.
Και κάτι ακόμα: πολλές φορές τέτοιου τύπου διακηρύξεις και μανιφέστα καταλήγουν να γίνονται αντικείμενο συζήτησης μόνο των ειδικών, ενός πολιτικο-δημοσιογραφικού μικρόκοσμου. Νομίζω όμως ότι το κείμενο για το οποίο συζητάμε σχολιάστηκε και εκτός αυτών των χώρων, δημιούργησε πολιτικό γεγονός. Και αυτό το βρίσκω θετικό.
Τελικά, όμως, όλα κρίνονται στο πώς οι προθέσεις θα μεταφερθούν στην πολιτική πράξη και θα αποκτήσουν πολιτικό περιεχόμενο. Κακά τα ψέματα, υπάρχει για την Αριστερά και γενικότερα τον προοδευτικό χώρο διεθνώς ένα ζήτημα αξιοπιστίας.
Ως προς αυτό, έχουμε δεδομένο το παράδειγμα της Ισπανίας από το οποίο έχουμε πολλά να μάθουμε γιατί ακριβώς πέτυχε στην πράξη τη σύγκλιση αυτών των ρευμάτων. Η κυβέρνηση Σάντσεθ, με τη συνεργασία των σοσιαλιστών με το αριστερό Sumar, βρήκε πεδία συνδιαμόρφωσης πολιτικής.
Δείτε τις θέσεις τους για το ενεργειακό για παράδειγμα, με την απευθείας παρέμβαση στη διαδικασία τιμολόγησης και την επιβολή πλαφόν, τις θέσεις τους για τη στεγαστική κρίση και την κοινωνική στέγη, για το δημογραφικό για το πώς δεν φοβήθηκαν να αντιπαρατεθούν με τη Δεξιά εφαρμόζοντας στην πράξη πολιτικές ενσωμάτωσης μεταναστών. Δείτε και τη στάση που κρατάει στα γεωπολιτικά, στα ζητήματα της γενοκτονίας των Παλαιστίνιων από το Ισραήλ, των σχέσεων της Ευρώπης με τις ΗΠΑ.
Κοντολογίς, είναι ένα παράδειγμα που δείχνει πώς στην πράξη μπορεί να μετουσιωθεί η σύγκληση των τριών ρευμάτων.
Ποιος είναι ο ρόλος του Αλέξη Τσίπρα σ’ όλα αυτά;
Είναι σημαντικός. Γιατί; Διότι το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε συνολικά ως χώρος δεν είναι τόσο πρόβλημα ταυτότητας. Και εδώ είναι και η διαφωνία μου με πολλούς συντρόφους και συντρόφισσες στη Νέα Αριστερά. Δεν χρειάζεται να πείσουμε αν είμαστε Αριστεροί ή αν είναι αριστερά αυτά που λέμε.
Το βασικό πρόβλημα είναι η κοινωνική αναφορά. Το πώς μπορούν αυτά τα οποία λέμε να “ακουμπήσουν” πάνω στις πραγματικές αγωνίες των λαϊκών ανθρώπων. Εκεί υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια μεταξύ των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς και της κοινωνίας, κυρίως των λαϊκών στρωμάτων. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει αυτό το πλεονέκτημα, να επικοινωνεί δηλαδή, μ’ αυτά τα στρώματα που βρίσκονται αυτή τη στιγμή εκτός των τειχών.
Εντός της Νέας Αριστεράς καταγράφεται μία ιδιότυπη κατάσταση: Η πλειοψηφία της ΚΟ ανήκει στη μειοψηφία του κόμματος, η πλειοψηφία εκφράζεται από λίγους βουλευτές. Αυτό συνιστά ένα σχήμα το οποίο μπορεί να έχει διάρκεια;
Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να πω ότι για ένα κόμμα το να συζητάει ανοιχτά και συλλογικά τις διαφωνίες του είναι σημαντικό. Εμείς δεν κρύψαμε τις πολιτικές μας διαφωνίες κάτω από το χαλί, ούτε δώσαμε σ’ αυτές χαρακτήρα προσωπικών αντιπαραθέσεων.
Σε ότι με αφορά, από την πρώτη στιγμή δεν κρύφτηκα και νομίζω ότι είμαι συνεπής στη διαδρομή μου. Υποστήριξα και εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι η Νέα Αριστερά θα μπορούσε και θα έπρεπε να παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πορεία για τη σύγκλιση και την ενότητα των δυνάμεων του χώρου. Έχει και τις προγραμματικές θέσεις, και τα στελέχη και την πολιτική αρχών. Δεν συμφωνώ σε μια λογική περιχαράκωσης ούτε με μία λογική που κοιτάζει περισσότερο προς τα μέσα και όχι προς τα έξω.
Θεωρώ ότι η Αριστερά συνολικά, για να είναι κοινωνικά χρήσιμη, πρέπει να απαντά στο βασικό πολιτικό ζήτημα που βάζει η ίδια η κοινωνία. Κι αυτό σήμερα είναι το ζήτημα της πολιτικής αλλαγής. Το πώς θα απαλλαγούμε από την κυβέρνηση της Δεξιάς. Όχι βέβαια για να έρθει μία άλλη κυβέρνηση για να εφαρμόσει παραπλήσια πολιτική, αλλά ένα κυβερνητικό σχήμα που θα εφαρμόσει μια πολιτική που θα προστατεύει την κοινωνική πλειοψηφία. Που θα αναβαθμίζει γεωπολιτικά τη θέση της χώρας στο διεθνές γίγνεσθαι, σ’ αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και δεν θα λειτουργεί ως παρακολούθημα των ΗΠΑ.
Εγώ από την πλευρά μου υπηρετώ το σχέδιο της πολιτικής αλλαγής και έτσι ακριβώς θέλω να συνεχίσω. Αρκεί η σύγκλιση να γίνει με όρους συστράτευσης και ενότητας. Νομίζω ότι έχουμε καταλάβει ότι κανένας δεν μπορεί μόνος του.
Απ’ όσα λέτε, προκύπτει ότι δεν υπάρχει πρόθεση παραίτησης από τη βουλευτική σας έδρα…
Νομίζω ότι έχει ανοίξει μία συζήτηση η οποία αποκτά χαρακτηριστικά απαξίωσης της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Εμένα αυτή η λογική μού είναι ξένη.
Θεωρώ ότι το κοινοβούλιο είναι χώρος μάχης, πεδίο ουσιαστικής πολιτικής αντιπαράθεσης, ακόμη περισσότερο στις σημερινές συνθήκες με όλες αυτές τις απόπειρες θεσμικές εκτροπής τις οποίες επιχειρεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Αλίμονο αν αφήσουμε τον Μητσοτάκη και τη Δεξιά να παίζουν μπάλα μόνοι τους σ’ έναν τόσο σημαντικό θεσμό.
Αντιθέτως, θεωρώ ότι είναι χρέος των δυνάμεων της Αριστεράς να δίνουν τη μάχη και σ’ αυτό το επίπεδο. Όχι βεβαίως να περιορίζουν την πολιτική τους παρέμβαση μόνο στη Βουλή, το βασικό είναι η κοινωνία. Αλλά δεν μπορούμε να υποτιμάμε ή να απαξιώνουμε ένα πολύ κρίσιμο θεσμικό πεδίο στο οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση.
Δείτε τι γίνεται με τις υποκλοπές και πόσο προσπαθεί η κυβέρνηση να οδηγήσει τα πράγματα σε μία πρωτοφανή συγκάλυψη, βοηθούσης και της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Δείτε τι γίνεται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, υπόθεση στην οποία ζήσαμε κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα. Ε, δεν μπορείς σ’ αυτά να είσαι απών. Είναι σημαντικό να εκφράζεις τη φωνή της κοινωνίας σε μία σειρά από ζητήματα, υπάρχει πολύ μεγάλη ανάγκη κοινωνικής έκφρασης σε θεσμικό επίπεδο. Άρα ζήτημα παραίτησής μου δεν υπάρχει.
Πρόσφατα άνοιξε -ξανά- μία συζήτηση για το 2015. Ήσασταν βασικός Υπουργός στις κυβερνήσεις 2015-2019. Γιατί, πιστεύετε, ότι επανέρχεται αυτή η συζήτηση στην επικαιρότητα; Ποια είναι η δική σας οπτική για το 2015;
Έχει σημασία το πώς επανέρχεται η συζήτηση στο 2015. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι εξυπηρετείται από τη μεταφορά της ατζέντας γιατί έτσι δεν συζητά για τα πραγματικά προβλήματα του 2026. Άρα, η δουλειά που έχει να κάνει ο απέναντι πόλος είναι να βάλει τη δική του ατζέντα. Ακόμα και για το 2015, η ατζέντα πρέπει να μπει με τους πραγματικούς όρους.
Τι έγινε, λοιπόν, το 2015; Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Ήρθε μία κυβέρνηση, του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία κατάφερε, με νύχια και με δόντια και μέσα σε τρομακτικά αντίξοες συνθήκες, παρά τα λάθη και τις παλινωδίες της, να σώσει τη χώρα από τη χρεωκοπία και την κοινωνία από την ανθρωπιστική καταστροφή. Γιατί εκεί βρισκόμασταν. Αυτά ήταν τα δύο τεράστια επιτεύγματα αυτής της κυβέρνησης.
Η χώρα βγήκε από τα μνημόνια, ενώ κατάφερε να πετύχει και τη μεγαλύτερη διπλωματική της νίκη εδώ και δεκαετίες, τη Συμφωνία των Πρεσπών. Την οποία μάλιστα ουδέποτε αμφισβήτησε στη συνέχεια η κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρά τα όσα εξωφρενικά έλεγε τότε η Νέα Δημοκρατία.
Κοιτάξτε, τώρα προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία από τη μεριά τους οι σημερινοί νικητές. Δεν έχουν αίσθηση ιστορικού βάθους όμως, η ιστορία στην πραγματικότητα γράφεται με άλλους όρους, όχι με όρους επικοινωνιακής προπαγάνδας. Ο ελληνικός λαός γνωρίζει ακριβώς ποιοι χρεωκόπησαν τη χώρα και ποιοι προσπάθησαν να την βγάλουν τη χώρα από το βούρκο.
Ναι, αν όλα αυτά που λέτε για το 2015 ισχύουν, τις εκλογές του 2019 γιατί τις χάσατε;
Το 2019 βγήκαμε μεν από τα μνημόνια αλλά η κοινωνία ήταν εξαιρετικά ζορισμένη. Οι συνέπειες της κρίσης λειτούργησαν σωρευτικά. Προφανώς τις συνέπειες της κρίσης τις πλήρωσε και η κυβέρνηση 2015-2019 η οποία εξαναγκάστηκε σ’ ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής το οποίο, αν και δεν ήταν όπως τα προηγούμενα, ζόρισε μεγάλα στρώματα της κοινωνίας.
Επιτρέψτε μου όμως να πω ότι το 2019 είχαμε μία διαφορετική εικόνα. Έγιναν εκλογές σε πολύ δύσκολες συνθήκες, και δεν αναφέρομαι μόνο στην επικοινωνιακή υπεροπλία του αντιπάλου. Υπήρχαν ζητήματα ανοιχτά, όπως το Μακεδονικό, για τα οποία η τότε κυβέρνηση πήρε συνειδητά το πολιτικό κόστος. Παρόλα αυτά όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ του 2019 σ’ όλες τις λαϊκές γειτονιές έφερε πολύ υψηλά ποσοστά. Κέρδισε σ’ όλες αυτές τις περιοχές, παντού. Το εκλογικό του αποτέλεσμα, και αυτό το ομολόγησαν ακόμα και οι πολιτικοί αντίπαλοι, ήταν καλύτερο από αυτό που ήταν αναμενόμενο.
Ενδιαφέρον έχει όμως γιατί μετά από αυτήν την ήττα και την επιστροφή στην αντιπολίτευση, υπήρξε η κατάρρευση του 2023. Εκεί έχει ενδιαφέρον να εστιάσουμε, όχι για να κάνουμε τους μετά Χριστόν προφήτες, αλλά για να κατανοήσουμε ακριβώς πως η πολιτική που ακολουθήθηκε από το 2019 έως το 2023 έχασε τον κοινωνικό της προσανατολισμό.
Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου ένα μάθημα που μπορούμε να μάθουμε για το μέλλον. Γι’ αυτό χρειάζεται μία Αριστερά που να ξέρει ποιους εκπροσωπεί, που θα έχει ένα σαφές σχέδιο το οποίο δεν θα χαϊδεύει απλώς τα αυτιά όλων αλλά θα διαθέτει ένα πολύ συγκεκριμένο προσανατολισμό και ένα πρόγραμμα που θα απαντάει στις πραγματικές ανάγκες.
Ξέρει όμως πράγματι ποιους εκπροσωπεί η Αριστερά; Ανταποκρίνεται;
Μέχρι σήμερα, όχι. Το λέω και αυτοκριτικά. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα η κατάσταση παρουσιάζει πολύ μεγάλες δυσκολίες. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι χρειάζονται υπερβάσεις από όλους. Υπερβάσεις και προγραμματικές, τολμηρές, να δείξουμε ότι ο στόχος δεν είναι απλώς να διαχειριστούμε το υπάρχον πλαίσιο αλλά να το αλλάξουμε. Εδώ χρειάζονται τομές και συγκρούσεις με κατεστημένα συμφέροντα που λυμαίνονται τον τόπο με τις ευλογίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο το οποίο θα αφήνει πίσω τις όποιες προσωπικές ή συλλογικές πικρίες και θα κοιτά με το βλέμμα μπροστά έτσι ώστε να λειτουργήσει ενοποιητικά και συνθετικά. Έτσι μόνο μπορείς να αντιπαρατεθείς πειστικά. Επαναλαμβάνω ότι κανείς μόνος του δεν μπορεί.
Σήμερα λοιπόν που είμαστε στο 2026, όχι στο 2015 ούτε στο 2019, είναι πολύ σημαντικό να βάλουμε την ατζέντα που αφορά την κοινωνία σήμερα. Και αυτή τη στιγμή, το μεγάλο ζήτημα για την ελληνική κοινωνία είναι το κόστος ζωής, είναι ότι δεν βγαίνει ο μήνας.
Το πιο εξωφρενικό όμως είναι ότι την ίδια ώρα ο ελληνικός λαός ζορίζεται τόσο πολύ, βλέπει δίπλα του να χορεύουν τα δισεκατομμύρια. Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με την προηγούμενη δεκαετία. Τη δεκαετία της κρίσης λάμβανε χώρα μία συνολική οικονομική κατάρρευση και μια δημοσιονομική ασφυξία. Σήμερα όμως δεν βρισκόμαστε εκεί. Το κράτος διαχειρίζεται δεκάδες δισεκατομμύρια.
Λήγει φέτος το Ταμείο Ανάκαμψης, το μεγάλο πάρτι του αιώνα κατά τη γνώμη μου, έτσι το έστησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Έχουμε, επίσης, ρεκόρ κερδοφορίας στο Χρηματιστήριο για τις εισηγμένες. Μεγάλοι όμιλοι, ενεργειακοί, καυσίμων, τραπεζικοί, εμφανίζουν μία κερδοφορία που δεν είχαν εμφανίσει ούτε στις εποχές των παχαίων αγελάδων.
Την ίδια στιγμή η κοινωνική πλειοψηφία βλέπει ότι η αγοραστική δύναμη του Έλληνα και της Ελληνίδας είναι στον πάτο της Ευρώπης, συναγωνιζόμενη μόνο με τη Βουλγαρία. Αυτή η ψαλίδα αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των πολιτών.
Αφού μιλάμε για προγραμματική συνθήκη, μία υποθετική ερώτηση. Τι θα κάνατε αν επιστρέφατε στο Υπουργείο Εσωτερικών; Ποια ατζέντα θα βάζατε;
Η χώρα χρειάζεται δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα. Μία έννοια που έχει κακοποιηθεί πολύ τελευταία. Και αυτό “ακουμπά” από την υπόθεση των υποκλοπών μέχρι τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης, αφού μιλάμε για το Υπουργείο Εσωτερικών. Σήμερα έχουμε φτάσει στο σημείο, ακόμα και οι Δεξιοί δήμαρχοι να πρέπει να παρακαλούν τον εκάστοτε Υπουργό της κυβέρνησης για να κάνουν το αυτονόητο. Δεν υπάρχει τοπική αυτοδιοίκηση, στην πράξη έχει καταργηθεί.
Γι’ αυτό και μιλάω για δημοκρατία σ’ όλα τα επίπεδα. Σε επίπεδο λειτουργίας των θεσμών, με διαφάνεια, λογοδοσία και δικαιοσύνη. Αλλά και στο πώς διαχειρίζεσαι το δημόσιο χρήμα. Επιτρέψτε μου να σας πω ότι νιώθω περήφανος που ακόμα και τόσα χρόνια μετά, υπάρχουν αυτοδιοικητικοί άλλων πολιτικών χώρων από το δικό μου που αναγνωρίζουν ότι τότε, η δική μας κυβέρνηση, διαχειρίστηκε το δημόσιο χρήμα με σεβασμό, με σχέδιο και με τρόπο αξιοκρατικό.
Χρειαζόμαστε λοιπόν και ένα μοντέλο ανάπτυξης συμπεριληπτικό, το οποίο θα έχει στο επίκεντρό του τον κόσμο της εργασίας, γιατί ανάπτυξη χωρίς τις δυνάμεις της εργασίας δεν νοείται. Κι αυτό είναι στοιχείο της δημοκρατίας για μένα.
Νομίζω, παράλληλα, ότι στο τέλος θα γίνει κατανοητό ότι αυτό που ζούμε με τις υποκλοπές συνιστά μία πλήρη και πρωτοφανή καταστρατήγηση κάθε έννοιας σεβασμού στο δημόσιο συμφέρον. Φτάσαμε στο σημείο να έχουμε μία κυβέρνηση της οποίας τα μισά μέλη παρακολουθούνταν και άρα μπορεί να είναι εν δυνάμει εκβιαζόμενα.
Έχουμε και μία ηγεσία της Δικαιοσύνης που, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν δικαστές οι οποίοι έκαναν τη δουλειά τους σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, έβαλε ταφόπλακα στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Είναι επιτακτικό λοιπόν να παλέψουμε για να υπάρξει δημοκρατία και δικαιοσύνη. Το στοίχημα για την επόμενη προοδευτική κυβέρνηση είναι ακριβώς αυτό. Αλλά αυτό δεν θα γίνει μόνο από τα πάνω, επειδή θα βρεθούν 10 πεφωτισμένοι υπουργοί και ένας μεγάλος ηγέτης. Αν δεν ενεργοποιηθεί η ίδια η κοινωνία σ’ αυτήν την κατεύθυνση και αν δεν πάρει την υπόθεση στα χέρια της, ακόμα και το καλύτερο σχέδιο δεν πρόκειται να πετύχει.
Το ζήτημα της κοινωνικής ενεργοποίησης είναι πολύ κρίσιμο. Για μένα είναι αδιανόητο ότι δεν έχουμε καταφέρει να βουλιάξει η Αθήνα για το ζήτημα των υποκλοπών. Όταν λέει το Σύνταγμα ότι η προστασία του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, εκεί ακριβώς φαίνεται ο πατριωτισμός. Στο πώς προστατεύουμε τον πυρήνα των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων και ελευθεριών, απέναντι σε μια εξουσία αυταρχική η οποία θέλει να λειτουργεί ανεξέλεγκτα και έχει διαλύσει κάθε έννοια λογοδοσίας.
Κάτι τελευταίο: Πόσο σας άλλαξε ως πολιτικό και ως άνθρωπο η κυβερνητική εμπειρία;
Όλες οι εμπειρίες της ζωής μάς αλλάζουν. Και έτσι πρέπει, οι άνθρωποι δεν είναι ρομπότ. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια περίοδο τέτοιων κατακλυσμιαίων αλλαγών. Νιώθεις ότι συμμετέχεις στο γράψιμο της ιστορίας. Όλοι εμείς που είχαμε την τύχη και την τιμή να συμμετέχουμε σ’ αυτό το εγχείρημα, προφανώς αλλάξαμε, ωριμάσαμε και είδαμε τον κόσμο μ’ ένα διαφορετικό μάτι.
Μας έκανε να συνδέσουμε το αξιακό μας φορτίο και την πίστη μας στις ιδεολογικές και πολιτικές μας αρχές με την πολιτική πράξη στο κορυφαίο επίπεδο, εκεί που οι αποφάσεις επηρεάζουν μια ολόκληρη κοινωνία. Νιώθω όμως ότι παρότι προφανώς κάναμε μεγάλους και επώδυνους συμβιβασμούς και νιώσαμε να συγκρούονται ο ιδεαλισμός με το ρεαλισμό, βγήκαμε αξιακά και ιδεολογικά αλώβητοι. Θα έλεγα ότι βγήκαμε ενδεχομένως περισσότερο πεισμένοι για το πώς τελικά η πολιτική δράση και σε θεσμικό επίπεδο μπορεί να αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων.
Πηγή: news247.gr