Δευτέρα
26
Σεπτέμβριος
TOP

Δουλεύουμε 181 μέρες τον χρόνο για να πληρώνουμε φόρους και εισφορές (video)

Οι Έλληνες φορολογούμενοι συνεχίζουν να πληρώνουν κάθε χρόνο έναν πολύ ακριβό λογαριασμό στο κράτος και παραμένουν απογοητευμένοι από την ποιότητα των υπηρεσιών που αυτό τους επιστρέφει, αναφέρει ο πρόεδρος του ΚΕΦίΜ Αλέξανδρος Σκούρας.

Μέχρι την 1η Ιουλίου λοιπόν εργαζόμασταν για να πληρώσουμε τους ετήσιους φόρους, εισφορές και το δημοσιονομικό έλλειμμα. Από τότε και μετά εργαζόμαστε για τα προς το ζην.  Αυτή είναι, σε απλή γλώσσα, η έννοια της Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας, μελέτη την οποία εκπονεί για 8η συναπτή χρονιά στην Ελλάδα το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών – Μάρκος Δραγούμης (ΚΕΦίΜ).

Αναλυτικά, «για 181 από τις 365 ημέρες του χρόνου εργαστήκαμε φέτος για να πληρώσουμε φόρους και εισφορές στο κράτος, με την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας να έρχεται την 1η Ιουλίου. Εάν συνυπολογιστεί και το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2022, το οποίο θα κληθούν να πληρώσουν μελλοντικές γενιές, τότε θα έπρεπε να εργαστούμε μέχρι την 20η Ιουλίου για να πληρώσουμε φόρους, εισφορές και ελλείμματα», σημειώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα της έκθεσης.

Από εκεί και πέρα, «σε σύγκριση με την περσινή χρονιά το 2022 εργαστήκαμε 2 ημέρες λιγότερες για να πληρώσουμε φόρους και εισφορές, καθώς σύμφωνα με τα απολογιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2021 εργαστήκαμε για το κράτος 183 ημέρες (Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας 2021 ήταν η 3η Ιουλίου)».

Βαρύ πέφτει εξ άλλου το αποτύπωμα της μνημονιακής δεκαετίας, καθώς «από το 2010 ως το 2020 προστέθηκαν 25 επιπλέον ημέρες εργασίας για το κράτος, μία αύξηση που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη ανάμεσα σε 28 ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες».

Ενα άλλο συμπέρασμα είναι ότι, όπως υποστηρίζει η έκθεση, «το 2020 η Ελλάδα είχε μία από τις μεγαλύτερες φορολογικές επιβαρύνσεις στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα κατέγραφε υψηλό μέγεθος παραοικονομίας (7η χειρότερη επίδοση), χαμηλή ανταγωνιστικότητα φορολογίας επιχειρήσεων (8η χειρότερη επίδοση), υψηλή ανισότητα (7η χειρότερη επίδοση) και υψηλό ποσοστό πολιτών κάτω από το όριο της φτώχειας (9η χειρότερη επίδοση) ανάμεσα στις 29 ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες που εξετάζονται».

Μελετώντας επίσης τις προβλέψεις της εισηγητικής έκθεσης του Προϋπολογισμού, οι συντάκτες του ΚΕΦίΜ καταλήγουν και σε μερικές ακόμη διαπιστώσεις για την τρέχουσα χρονιά, όπως ότι «τα συνολικά έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές το 2022 αναμένεται να ανέλθουν στα 76,2 δισ. ευρώ, τα οποία κατανέμονται ως εξής: 32 δισ. ευρώ από έμμεσους φόρους (δηλαδή το 42% των συνολικών εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές), 17,8 δισ. ευρώ από άμεσους φόρους (ήτοι το 23,4% των συνολικών εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές), 26,1 δισ. ευρώ από ασφαλιστικές εισφορές (το 34,3% των εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές), και 170 εκατ. ευρώ από φόρους επί του κεφαλαίου (ποσό που αντιστοιχεί στο 0,2% των εσόδων από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές).