Μόνο το ένα τρίτο των μεγαλύτερων εταιρειών της Ευρωζώνης ανεβάζουν τις τιμές των προϊόντων τους παρά τις έντονες πιέσεις που δέχονται από τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, καθώς η οικονομία του μπλοκ είναι τόσο ασθενής, που περιορίζει τη δυνατότητα ανατιμήσεων.
Σύμφωνα με έρευνα του Reuters σε 175 εταιρείες της Ευρωζώνης, μόνο οι 56 έχουν προχωρήσει ή σκοπεύουν να προχωρήσουν σε ανατιμήσεις, καθώς η καταναλωτική ζήτηση στο μπλοκ είναι χαμηλή. Εντελώς διαφορετική ήταν η κατάσταση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν σχεδόν τα δύο τρίτα των εταιρειών ανέβασαν τιμές. Τότε, το ενεργειακό σοκ σε συνδυασμό με την ανάκαμψη της ζήτησης μετά την πανδημία και τη γενναιόδωρη δημοσιονομική στήριξη είχαν ανεβάσει τον πληθωρισμό σε διψήφια νούμερα.
«Υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ άνοιξης 2022 και άνοιξης 2026. Αυτή τη φορά, η αγορά εργασίας είναι λιγότερο σφιχτή, η ανάπτυξη είναι πιο υποτονική και δεν έχουμε τόσο ισχυρά δημοσιονομικά μέτρα στήριξης μέχρι στιγμής», είπε στο Reuters ο κεντρικός τραπεζίτης της Φινλανδίας, Olli Rehn.
Επίσης, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν ήδη στο 5,9% όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, σε αντίθεση με την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, όταν διαμορφωνόταν μόλις στο 1,9%. Συνεπώς, η ΕΚΤ δεν θα δεχθεί τόσο μεγάλη πίεση να αυξήσει τα επιτόκια, πέρα από μία προδιαγεγραμμένη αύξηση στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, η οποία σύμφωνα με τους οικονομολόγους θα αποτελέσει περισσότερο απόδειξη αποφασιστικότητας να μην περάσουν οι ενεργειακές πιέσεις και σε άλλους τομείς.
«Σε ό,τι αφορά τη νομισματική πολιτική, η ΕΚΤ φαίνεται ότι έχει το περιθώριο να επιδείξει λίγο περισσότερη υπομονή», προτού προχωρήσει στις επόμενες κινήσεις της, σχολίασε στο Reuters ο Christian Schulz, επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz Global Investors.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του moneyreview.gr πατώντας ΕΔΩ.