Παρασκευή
19
Ιούλιος
TOP

Ο δανεισμός των εργαζομένων: Δικαιώματα και υποχρεώσεις

Ο δανεισμός των εργαζομένων είναι δίχως αμφιβολία ένας πάγιος, εδραιωμένος και ιδιαίτερα δημοφιλής στην πράξη θεσμός του εργατικού δικαίου – ιδίως μάλιστα στις περιπτώσεις των Ομίλων και των συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές κατά τις οποίες τα δικαιώματα των εργαζομένων τίθενται υπό αμφισβήτηση, ενώ οι σχέσεις που πολλές φορές διαμορφώνονται δεν είναι ιδιαίτερα προστατευτικές για λογαριασμό των συμφερόντων των εργαζομένων, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η αποσαφήνιση των αναγκαίων ζητημάτων γύρω από τη νέα τριγωνική σχέση που διαμορφώνεται.

Αρχικά, αν και η αξίωση του εργοδότη για παροχή εργασίας είναι αμεταβίβαστη, γίνεται πάγια δεκτό ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ είναι εφικτό, κατόπιν συμφωνίας ή (σιωπηρής) συναίνεσης του εργαζομένου, οι υπηρεσίες του τελευταίου να κατευθύνονται προς το πρόσωπο ενός άλλου εργοδότη, για ένα ορισμένο ή αόριστο διάστημα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα είδος τριγωνικής σχέσης μεταξύ του εργοδότη, του εργαζομένου και του τρίτου ή νέου εργοδότη στον οποίο εφεξής θα παρέχονται οι υπηρεσίες εκ μέρους του δεύτερου. Βέβαια, η παραπάνω συνήθης πρακτική διακρίνεται ανάμεσα στο γνήσιο και το μη γνήσιο ή κατ’ επάγγελμα δανεισμό, στο πλαίσιο του οποίου η πρώτη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία ο εργαζόμενος, ενώ έχει προσληφθεί από τον αρχικό του εργοδότη, κάποια στιγμή, κατόπιν συμφωνίας ή συναίνεσης, καλείται να προσφέρει την εργασία του σ’ ένα τρίτο πρόσωπο, ενώ η δεύτερη περίπτωση συνίσταται στο γεγονός ότι η πρόσληψη του εργαζόμενου συντελείται ακριβώς για να προσφέρει εξαρχής την εργασία του σε τρίτα και υποδεικνυόμενα από τον αρχικό εργοδότη πρόσωπα.

Διατηρώντας τις παραπάνω σκέψεις και προκειμένου να προσδοθεί σε αυτές μια πιο σαφή υπόσταση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 124 παρ. 1 του ν. 4052/2012, «Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου […] Οι αποδοχές του μισθωτού που δεν παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στον εκάστοτε νομοθετικώς καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και των συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη», ενώ κατά την παρ. 2 «Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης με τον άμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο […]», παράλληλα δε κρίσιμες για τη διαμόρφωση της συλλογιστικής πορείας είναι και οι διατάξεις των άρθρων του ΑΚ, που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Διαβάστε την συνέχεια στο  in.gr