Τετάρτη
7
Ιανουάριος
TOP

Τα στοιχήματα, οι «βελόνες» και ο καζαμίας που… τρελάθηκε

Περισσεύει η αβεβαιότητα στο πολιτικό σκηνικό – H αμείλικτη μάχη ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και το υπό ίδρυση κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, που πάντως καταγράφει μικρομεσαία ποσοστά – Ποιους απειλεί η δημιουργία νέου φορέα από τη Μαρία Καρυστιανού – Ζημιές από τα αποδυτήρια για την Κωνσταντοπούλου

του Νίκου Φελέκη από το www.protothema.gr

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στα κόμματα υποχωρεί συνεχώς. Αν αφήσουμε τον Τραμπ, τον Πούτιν, τη Μελόνι, τη Λεπέν, τον Ερντογάν, τον Φάρατζ και έρθουμε στα δικά μας, θα δούμε ότι οι αναφορές μας για τα πολιτικά πράγματα είναι ο Μητσοτάκης, ο Τσίπρας, η Κωνσταντοπούλου, ο Βαρουφάκης, ο Βελόπουλος, η Λατινοπούλου, ο Κασσελάκης και όχι τα κόμματά τους. Ακόμη και για το ΚΚΕ λέμε ο Κουτσούμπας. Και για να θυμηθούμε τον Πιραντέλο, υπάρχουν έξι πρόσωπα που για το νέο έτος ζητούν συγγραφέα. Για να γράψει γι’ αυτούς και τα στοιχήματά τους, αφού το 2026 είναι, εκ των πραγμάτων, προεκλογική χρονιά. Και επειδή ζούμε στην Ελλάδα τα πρόσωπα δεν είναι απαραίτητο (επειδή το θέλει ο Ιταλός συγγραφέας) να είναι έξι. Μπορεί να είναι και επτά.

Επτά λοιπόν τα εγχώρια πολιτικά πρόσωπα που το 2026 επιζητούν να ιστορήσουν τα θέλω και τις επιδιώξεις τους. Υπάρχουν κι άλλοι επτά (Κουτσούμπας, Φάμελλος, Νατσιός, Χαρίτσης, Κασσελάκης, Βαρουφάκης, Λατινοπούλου), όμως είναι ο πρωθυπουργός (Κυριάκος Μητσοτάκης), ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης (Νίκος Ανδρουλάκης), οι δύο πρώην πρωθυπουργοί (Αλέξης Τσίπρας, Αντώνης Σαμαράς), η «μάνα των Τεμπών» (Μαρία Καρυστιανού) και οι δύο αντισυστημικοί (;) ταραξίες (Ζωή Κωνσταντοπούλου, Κυριάκος Βελόπουλος) αυτοί που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν τη νέα χρονιά και με τις αποφάσεις και τη δράση τους να περιγράψουν την επόμενη μέρα στο πολιτικό σύστημα και να επηρεάσουν το κυβερνητικό παιχνίδι. Κατά κάποιον τρόπο, είναι όπως με τους προφήτες. Υπάρχουν οι μικροί, ο Αββακούμ, ο Ζαχαρίας, ο Μαλαχίας. Και οι μεγάλοι, ο Δανιήλ, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας. Σήμερα θα ασχοληθούμε με τους μεγάλους.

Καταρχάς είναι ο Μητσοτάκης. Το στοίχημα του Κυριάκου είναι να γίνει ο μοναδικός πρωθυπουργός στη Μεταπολίτευση που κερδίζει τρεις συνεχόμενες εκλογές. Εάν το καταφέρει, μπορεί να πετύχει και ένα ρεκόρ που θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να το καταρρίψει κάποιος/α στο μέλλον: 12 χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης, εφόσον βεβαίως κερδίσει τις εκλογές και κυβερνήσει για μία ακόμη πλήρη θητεία. Για να καταφέρει όμως να βρίσκεται στο Μαξίμου για μία ακόμη τετραετία, θα πρέπει είτε η Ν.Δ. να πάρει αυτοδυναμία -κάτι μάλλον απίθανο με τα σημερινά δεδομένα-, είτε να έρθει πρώτο κόμμα με ποσοστό που δεν θα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το δικαίωμα στον επικεφαλής της να ηγηθεί συνεργατικής κυβέρνησης – σενάριο που έχει πιθανότητες ευδοκίμησης. Ο Κυριάκος θα έχει πρόβλημα αν η Ν.Δ. βγει πρώτο κόμμα, αλλά το ποσοστό της είναι χαμηλό. Και πιθανότατα θα αναγκαστεί να αποχωρήσει από την ηγεσία της συντηρητικής παράταξης εάν δεν καταφέρει να ξεπεράσει το όριο του 25% που δίνει το μπόνους των εδρών στο πρώτο κόμμα. Η πιθανότητα κυβερνητικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ είναι εξαιρετικά μικρή, αλλά δεν αποκλείεται εφόσον η κοινοβουλευτική αριθμητική το επιτρέπει. Και υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι τρίτο πρόσωπο ο πρωθυπουργός, όπως επιδιώκει, καταπώς λέγεται, ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Είτε κάποιος από το πρώτο κόμμα, όπως ας πούμε ο Δένδιας ή ο Πιερρακάκης, εφόσον πρώτο κόμμα, αλλά με χαμηλό ποσοστό, έρθει η Ν.Δ.

Στο βάθρο των νικητών
Πάντως, ακόμη και στην περίπτωση που ο Μητσοτάκης δεν θα κάθεται στην πρωθυπουργική πολυθρόνα στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο, θα έχει καταφέρει να ανέβει στο βάθρο των νικητών της Μεταπολίτευσης. Σε χρόνο διακυβέρνησης θα υστερεί μόνο έναντι του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη. Ηδη έχει αφήσει πίσω του τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Κώστα Καραμανλή, τον Αλέξη Τσίπρα, τον πατέρα του Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τους Αντώνη Σαμαρά και Γιώργο Παπανδρέου. Καθόλου άσχημα για κάποιον που έγινε αρχηγός -και οιονεί υποψήφιος πρωθυπουργός- επειδή έπεσε το ηλεκτρονικό σύστημα ψηφοφορίας για την ανάδειξη ηγεσίας στη Ν.Δ. το 2015.

Το στοίχημα του Μητσοτάκη για το 2026 είναι να γυρίσει το δυσμενές για τον ίδιο και την κυβέρνησή του κλίμα. Για να το πετύχει θα πρέπει να βγει αλώβητος από τη δίκη για τα Τέμπη, που ξεκινά τον Μάρτιο, τα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ και των τηλεφωνικών υποκλοπών, που διερευνώνται από τη Βουλή το πρώτο και από τη Δικαιοσύνη το δεύτερο. Και φυσικά, να μην υπάρξουν, όπως φημολογείται, και άλλες αποκαλύψεις από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για δύσοσμες υποθέσεις που αφορούν διαχείριση κοινοτικών πόρων, αναθέσεις έργων και κρατικές προμήθειες. Και φυσικά, να έχει καταφέρει να τιθασεύσει την ακρίβεια στο σούπερ μάρκετ, τη στέγη και τα τιμολόγια στην ηλεκτρική ενέργεια, αυξάνοντας παράλληλα μισθούς, συντάξεις και παραγωγικές επενδύσεις. Και όλα αυτά να συνδυάζονται με τις θεσμικές αλλαγές στο Σύνταγμα, στις Ανεξάρτητες Αρχές και το πολιτικό σύστημα, αλλά και τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος δικαίου και την κοινωνία των πολιτών. Δύσκολο έως πολύ δύσκολο έργο, καθώς στην πορεία προς τις κάλπες και εφόσον οι δημοσκοπήσεις συνεχίσουν να καταγράφουν χαμηλές πτήσεις, θα έχει να αντιμετωπίσει και εσωκομματικά προβλήματα, αφού από τους 156 βουλευτές αν όχι οι μισοί, τουλάχιστον οι 50 ενδέχεται να βρεθούν εκτός κοινοβουλευτικού νυμφώνος.

Εξυπακούεται ότι το «σύγγραμμα» Μητσοτάκη συναρτάται και με τον βασικό του αντίπαλο στην εκλογική αναμέτρηση. Αυτοί τη στιγμή είναι τρεις οι υποψήφιοι. Ο πρώτος είναι ο Νίκος Ανδρουλάκης. Αν δεν καταφέρει μέχρι το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, που είναι προγραμματισμένο για τον Μάρτιο, «να κουνήσει τη βελόνα» και τα ποσοστά της Χαριλάου Τρικούπη συνεχίσουν να είναι γλίσχρα, ίσως αναγκαστεί ή τον αναγκάσουν να επιβεβαιώσει το αρχηγικό του imperium πριν από τις εθνικές εκλογές. Ο στόχος να έρθει «πρώτος έστω και με μία ψήφο» είναι δύσκολο να επιτευχθεί όσο η διαφορά από την προπορευόμενη Ν.Δ. παραμένει διψήφια και η δημοτικότητά του, αλλά κυρίως η εμπιστοσύνη των πολιτών για την πρωθυπουργία παραμένει εξαιρετικά χαμηλή. Οσο απουσιάζει η κυβερνητική προοπτική, τόσο τα εμπόδια για τον Ανδρουλάκη θα μεγαλώνουν. Και ενδέχεται να αποδειχτούν αξεπέραστα εάν ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρει να του αφαιρέσει την ηγεμονία στην Κεντροαριστερά και η Μαρία Καρυστιανού τον σπρώξει στην τρίτη ή και στην τέταρτη θέση. Κάτι που σοβαροί αναλυτές δεν το αποκλείουν εάν ο πρώην πρωθυπουργός και η «μάνα των Τεμπών» φτιάξουν κόμματα, τα οποία στις δημοσκοπήσεις θα εμφανίζονται να συγκεντρώνουν μεγαλύτερα ποσοστά από το ΠΑΣΟΚ. Αρα, ο Νίκος Ανδρουλάκης θα πρέπει να μειώσει τη διαφορά του ΠΑΣΟΚ από τη Ν.Δ., να μη χάσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης από τον Τσίπρα ή την Καρυστιανού, να διατηρήσει την ηγεμονία στην Κεντροαριστερά. Και επιπροσθέτως να βελτιώσει θεαματικά τη δημόσια εικόνα του, αλλά και να μετριάσει την έρπουσα -και στο παρασκήνιο ογκούμενη- αμφισβήτηση στο πρόσωπό του από τους επίδοξους δελφίνους του. Το «σύγγραμμα» του 2026 για τον Ανδρουλάκη ενδεχομένως θα έχει μεγαλύτερες δυσκολίες ακόμη και από αυτό για τον Μητσοτάκη.

Μάχη με το παρελθόν
Και πάμε τώρα στο τρίτο πρόσωπο που ζητά συγγραφέα για το 2026. Αν και ο Αλέξης Τσίπρας φρόντισε προτού κλείσει το 2025 να γίνει ο ίδιος συγγραφέας του εαυτού του. Βεβαίως, με την «Ιθάκη» του περισσότερο προσπαθεί να κλείσει ιδεολογικοπολιτικές «τρύπες» και κυβερνητικές εκκρεμότητες του παρελθόντος παρά να κάνει έφοδο στο μέλλον. Ο βασικός στόχος του rebranding του Τσίπρα είναι να ξαναπιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε το 2023, όταν και παραιτήθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Επιδιώκει να ηγεμονεύσει στην Κεντροαριστερά και βασικός του αντίπαλος είναι ουσιαστικά ο Ανδρουλάκης. Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι τόσο καλές όσο αυτός και οι στενοί του συνεργάτες ανέμεναν. Και οπωσδήποτε κινδυνεύει να χάσει ακόμη και τη δεύτερη θέση αν η Καρυστιανού φτιάξει κόμμα και η απήχησή της είναι αυτή που ανιχνεύουν οι δημοσκοπήσεις. Ενδέχεται να βρεθεί ακόμη και στην τέταρτη θέση αν τελικά το ΠΑΣΟΚ αντέξει την επίθεση από κεντροαριστερά που θα του κάνει ο Τσίπρας και το κόμμα του, οψέποτε το ιδρύσει. Το μεγάλο πρόβλημα του Αλέξη είναι ότι -με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα- δεν μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη. Και χωρίς την κυβερνητική προοπτική, με την Αριστερά πολυδιασπασμένη και το ΠΑΣΟΚ εχθρικό είναι δύσκολο το υπό ίδρυση κόμμα του να αναπτύξει δυναμική ώστε να επιστρέψουν στις κάλπες οι εκατοντάδες χιλιάδες αριστεροί και κεντροαριστεροί ψηφοφόροι που στις τελευταίες εθνικές εκλογές και στις ευρωεκλογές προτίμησαν την αποχή.

Να σημειώσουμε ότι η αποχή ίσως αποβεί ο πλέον καθοριστικός παράγων στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος. Οσο το ποσοστό συμμετοχής μειώνεται, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες για τη Ν.Δ., που παραμένει το πιο ισχυρό κόμμα. Ο Τσίπρας και τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης θα πρέπει να επιδιώξουν την αύξηση της συμμετοχής αν θέλουν να περιορίσουν τη δύναμη της Ν.Δ. και να έχουν τύχη στις εκλογές. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως ο Τσίπρας έκανε ένα διπλό λάθος. Βιάστηκε να ανακοινώσει, ουσιαστικά, την ίδρυση κόμματος. Ενδεχομένως, θεώρησε πως ο Μητσοτάκης θα αιφνιδιάσει κάνοντας πρόωρες εκλογές το 2026 και ήθελε να είναι έτοιμος. Το δεύτερο λάθος του Αλέξη είναι ότι αποδοκίμασε -και μάλιστα με άκομψο τρόπο- την πλειονότητα των πρώην συντρόφων του, με αποτέλεσμα αρκετοί εξ αυτών να έχουν στραφεί εναντίον του και ταυτόχρονα να έχουν αναπτυχθεί κεντρομόλες δυνάμεις στον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά. Προφανώς, ο Τσίπρας νομίζει ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί στον Μητσοτάκη και τον Ανδρουλάκη χωρίς κόμμα και με στελέχη όπως αυτά που στελεχώνουν το επιστημονικό συμβούλιο του ιδρύματός του. Είναι λάθος. Αφού και οι εκλογές αργούν. Και τα φρέσκα πρόσωπα που συνδυάζουν πολιτική εμπειρία με τεχνοκρατική επάρκεια μάλλον παραπέμπουν, στους δύστηνους καιρούς που ζούμε, στην αναζήτηση… έμπειρης παρθένας.

Το τέταρτο πρόσωπο είναι, αναμφίβολα, η Μαρία Καρυστιανού. Η αρχική δημοτικότητά της έχει πάντως υποχωρήσει σημαντικά από τη στιγμή που επιχειρεί, όπως φαίνεται, να γίνει πολιτικός πρώτης γραμμής. Τα περί ιδρύσεως κόμματος Καρυστιανού με τον τίτλο «Οξυγόνο» στην αρχή αντιμετωπίστηκαν με συμπάθεια. Στη συνέχεια, όμως, τα ποσοστά αποδοχής της ψαλιδίστηκαν, αφού η φιλολογία περί συνομιλιών της με παραθρησκευτικές οργανώσεις και αντισυστημικούς της «άπω Δεξιάς» ενόχλησαν πολλούς από τους κεντροαριστερούς και θυμωμένους με την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα υποστηρικτές της. Οσο το «οξυγόνο» του υπό ίδρυση κόμματος Καρυστιανού περιορίζεται στον θυμό για το έγκλημα των Τεμπών και στην οργή της κοινωνίας για τα συμβαίνοντα, τόσο οι ελπίδες της «χαροκαμένης μάνας» για δυνητικά εκλογικά ποσοστά της τάξης του 20% και του 30%, που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, θα διαψεύδονται. Οσο συμπαραστάτες της και «ντουντούκες» του υπό ίδρυση κόμματός της είναι η Μαρία Γρατσία (δικηγόρος της και υποψήφια με τη Νίκη), ο «γέροντα, την ευχή σου» Νίκος Νικολόπουλος, η γερόντισσα που μιλάει μόνο αραμαϊκά, μια αστρολόγος και ο Πάνος Καμμένος, τα λεγόμενα συστημικά -και μετέχοντα στο κυβερνητικό παίγνιο- κόμματα δεν χρειάζεται να ανησυχούν. Ενα σοβαρό αντισυστημικό κόμμα με επικεφαλής μία όντως συμπαθητική γυναίκα, που πυροβολεί τη διαφθορά και την αδικία, θα μπορούσε να έχει πολιτική και εκλογική τύχη, όμως το «Οξυγόνο» της Μαρίας Καρυστιανού, εφόσον ισχύουν τα όσα λέγονται και γράφονται, εξελίσσεται σε μεσαιωνικό μοναστήρι.

Ζωή και Βελόπουλος

Το έβδομο πρόσωπο που επίσης θα αναζητήσει συγγραφέα για τη δράση του το 2026 είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν πρόκειται να βιαστεί όπως ο Τσίπρας. Θα περιμένει να δει αν θα υπάρξουν και άλλες αρνητικές εξελίξεις για την κυβέρνηση. Και ανάλογα θα πράξει. Οσοι συνομιλούν μαζί του διατείνονται πως προτεραιότητα του Αντώνη «δεν είναι να φτιάξει ο ίδιος κόμμα ή να ρίξει τον Μητσοτάκη». Ως πρώην πρωθυπουργός η έγνοια του είναι «το συμφέρον της χώρας και η υπεράσπιση των αξιών της συντηρητικής παράταξης». Παρότι είναι αρκετοί αυτοί που τον πιέζουν -και ιδιαίτερα οι δεξιοί ψηφοφόροι που είναι δυσαρεστημένοι με τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη-, ο Σαμαράς «δεν πρόκειται», λένε όσοι συνομιλούν μαζί του, «να προχωρήσει σε κινήσεις που να αμφισβητήσουν τα όποια (πρωτίστως οικονομικά) επιτεύγματα πέτυχε η κυβέρνησή του την περίοδο 2012-2015». Αυτή την περίοδο προτεραιότητά του είναι να συνεχίσει να ασκεί κριτική και όχι η ίδρυση κόμματος. Σε κάθε περίπτωση -και είναι λογικό-, δεν μπορεί να φτιάξει κόμμα του οποίου το ποσοστό θα υπολείπεται ενός άλλου πρωθυπουργού, του Τσίπρα, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Η στρατηγική του Μεσσήνιου είναι η υπομονή. Και όχι, όπως του Αλέξη, η βιασύνη. Εξάλλου, κανείς δεν γνωρίζει πώς θα διαμορφωθούν τα εγχώρια πολιτικά πράγματα εάν η ατζέντα Τραμπ, χέρι-χέρι με τον Πούτιν, επικρατήσει στις διεθνείς και ευρωπαϊκές υποθέσεις…