Μια από τις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγές των τελευταίων ετών κινδυνεύει να επηρεαστεί από την παρατεταμένη ανομβρία στην Τριφυλία, με τους παραγωγούς να διαπιστώνουν ήδη σημάδια καταπόνησης στα ελαιόδεντρα. Παρά τις ιδιαίτερα ευνοϊκές προοπτικές της φετινής σοδειάς, η έλλειψη βροχοπτώσεων κατά τους τελευταίους μήνες δημιουργεί ανησυχία τόσο για την ποσότητα του ελαιολάδου που θα παραχθεί όσο και για τις επιπτώσεις στην επόμενη καλλιεργητική χρονιά.
Την κατάσταση περιγράφει ο πρώην διευθυντής της ΔΑΟΚ Τριφυλίας, Αντώνης Παρασκευόπουλος, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ελευθερία της Καλαμάτας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων και ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδιασμού για τη διαχείριση του αρδευτικού νερού.
Μαύρισμα καρπών και φυλλόπτωση στους ξερικούς ελαιώνες
Όπως επισημαίνει, οι ιδιαίτερα αυξημένες βροχοπτώσεις της προηγούμενης περιόδου, που ξεπέρασαν τα 1.200 χιλιοστά, δημιούργησαν προσδοκίες ότι δεν θα υπήρχαν σοβαρά προβλήματα επάρκειας νερού. Ωστόσο, η ανομβρία από τον Ιούλιο μέχρι και τον Οκτώβριο, σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες και το μεγάλο φορτίο καρπού, έχει προκαλέσει σημαντική καταπόνηση στα δέντρα. Τα προβλήματα εμφανίζονται κυρίως σε ξερικούς ελαιώνες, βόρεια και νότια της Κυπαρισσίας, με ιδιαίτερη ευαισθησία στα νεαρότερα δέντρα που δεν διαθέτουν ακόμη ανεπτυγμένο ριζικό σύστημα. Σύμφωνα με τον κ. Παρασκευόπουλο, παραγωγοί διαπιστώνουν έντονη φυλλόπτωση, μαύρισμα και μουμιοποίηση του ελαιοκάρπου, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για πιθανές απώλειες παραγωγής. Η φετινή σοδειά, εφόσον δεν υπάρξουν σημαντικές απώλειες εξαιτίας της ξηρασίας, εκτιμά ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει τους 28.000 τόνους ελαιολάδου στην Τριφυλία.
Μόλις 8 έως 10 χιλιοστά βροχής τους κρίσιμους μήνες
Ο πρώην διευθυντής της ΔΑΟΚ αναφέρει ότι κατά την περίοδο της ανομβρίας οι βροχοπτώσεις περιορίστηκαν περίπου στα 8 έως 10 χιλιοστά, όταν, σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι ανάγκες της ελιάς αντιστοιχούν περίπου σε 40 χιλιοστά νερού τον μήνα. Η μεγάλη αυτή απόκλιση, σε συνδυασμό με την αυξημένη καρποφορία, ενισχύει την υδατική καταπόνηση των ελαιώνων. Ο ίδιος προειδοποιεί ότι οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη φετινή συγκομιδή, καθώς η έλλειψη νερού σε κρίσιμα στάδια ανάπτυξης μπορεί να επηρεάσει και την παραγωγή της επόμενης χρονιάς.
Να προχωρήσουν τα αρδευτικά δίκτυα του φράγματος Φιλιατρών
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Αντώνης Παρασκευόπουλος στην ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών για την κατασκευή των αρδευτικών δικτύων του φράγματος Φιλιατρών. Όπως επισημαίνει, με την ολοκλήρωσή τους θα μπορούσαν να ενταχθούν στην άρδευση περισσότερα από 30.000 στρέμματα στη Δημοτική Ενότητα Φιλιατρών. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η αξιοποίηση του έργου θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή κατά 50% έως 60%, ενώ παράλληλα θα συνέβαλλε στον περιορισμό της παρενιαυτοφορίας, δηλαδή της εναλλαγής χρονιών υψηλής και χαμηλής καρποφορίας. Ο ίδιος θεωρεί ότι η κατασκευή των δικτύων έχει καθυστερήσει και ζητά να προχωρήσουν γρήγορα οι διαδικασίες υλοποίησης.
Μικρά αρδευτικά έργα και αξιοποίηση των χειμερινών νερών
Πέρα από το φράγμα Φιλιατρών, ο κ. Παρασκευόπουλος προτείνει ένα ευρύτερο σχέδιο αξιοποίησης των διαθέσιμων υδάτινων πόρων. Στις παρεμβάσεις που θεωρεί αναγκαίες περιλαμβάνονται η κατασκευή μικρών λιμνοδεξαμενών, η αξιοποίηση χειμερινών απορροών, η μείωση των απωλειών στα αρδευτικά δίκτυα και η εφαρμογή ελλειμματικής άρδευσης, με παροχή νερού στα κρίσιμα στάδια ανάπτυξης των καλλιεργειών. Παράλληλα, ζητά την προετοιμασία ώριμων μελετών, ώστε τα αναγκαία έργα να μπορούν να διεκδικήσουν χρηματοδότηση μέσω μελλοντικών προσκλήσεων και προγραμμάτων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Στις προτάσεις του περιλαμβάνεται επίσης η εξέταση του θεσμικού πλαισίου για την αξιοποίηση κατάλληλα επεξεργασμένων υδάτων από εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού στην άρδευση.
«Χρειάζεται εθνικός σχεδιασμός για το νερό»
Ο πρώην διευθυντής της ΔΑΟΚ Τριφυλίας υπογραμμίζει ότι η εξασφάλιση επαρκούς και ποιοτικού νερού αποτελεί βασική προϋπόθεση όχι μόνο για την ελαιοκαλλιέργεια, αλλά και για την ανάπτυξη θερμοκηπίων, υδροπονικών εγκαταστάσεων και άλλων δυναμικών καλλιεργειών. Προτείνει έναν εθνικό σχεδιασμό που θα ξεκινά από τις πραγματικές ανάγκες κάθε περιφέρειας, λαμβάνοντας υπόψη τις καλλιέργειες, τους διαθέσιμους υδάτινους πόρους και την ποιότητα του αρδευτικού νερού.