Πέμπτη
30
Ιούλιος
TOP

Αρκεί η συλλογική μνήμη όταν η τέχνη σιωπά;

Της Χριστίνας Μανδρώνη

Ποιος δεν έχει σιγοτραγουδήσει τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι ή δεν έχει συνδέσει αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια με σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου, στις οποίες πρωταγωνιστούσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη; Όλα αυτά μοιάζουν πλέον, να περνούν σε μια διαφορετική σφαίρα καθώς τα νέα δεδομένα φαίνεται να θέτουν όρια στις δημόσιες εκδηλώσεις και στις αναφορές γύρω από το έργο και την παρακαταθήκη τους. Κι αυτό, καθώς η βούληση των κληρονόμων τους -και κατόχων των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου τους- είναι να περιοριστεί η άκριτη ή ανεξέλεγκτη αναφορά στο έργο ή ακόμα και στα ίδια τα πρόσωπά τους.

Ιδιαίτερη αίσθηση έχουν προκαλέσει τους τελευταίους μήνες οι διαδοχικές απαγορεύσεις σε συναυλίες που διοργανώνονται για καιρό προς τιμήν του Μάνου Χατζιδάκι, έπειτα από αντιρρήσεις του γιου του, με το σκεπτικό ότι οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις δεν στέκονταν στο ύψος των περιστάσεων ή ότι δεν εντάσσονταν στον προγραμματισμό που ο ίδιος έχει χαράξει για την τιμή και τη διαφύλαξη της μνήμης του πατέρα του. Τί κι αν το Υπουργείο Πολιτισμού έχει ανακηρύξει την τρέχουσα χρονιά ως Έτος Μνήμης και Τιμής για τον μεγάλο συνθέτη, τα τραγούδια του οποίου εξακολουθούν να εκφράζουν το παλμό μιας Ελλάδας, πολύ διαφορετικής από όλα όσα περικλείονται στη σημερινή -τριάντα δύο χρόνια από τον θάνατό του.

Λίγες ώρες μετά την απαγόρευση σ’ έναν ακόμη καταξιωμένο καλλιτέχνη -αυτή τη φορά τον Μανώλη Μητσιά- να ερμηνεύσει ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα του Χατζιδάκι, ήρθε και η δημόσια ανάρτηση του Γιάννη Παπαμιχαήλ σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης του ονόματος και της εικόνας της μητέρας του. Οι εξελίξεις αυτές προκαλούν έντονο προβληματισμό για το κατά πόσο προσωπικότητες που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό πολιτισμό κινδυνεύουν να περιοριστούν μέσα από τα στενά όρια των πνευματικών δικαιωμάτων.

Αναμφισβήτητα, το δικαίωμα του κάθε κληρονόμου να προστατεύσει τη βαριά παρακαταθήκη τόσο μεγάλων ονομάτων είναι απολύτως σεβαστό. Ωστόσο, γεννάται εύλογα το ερώτημα ποια είναι η στόχευση μιας τόσο αυστηρής διαχείρισης, και, κυρίως, πώς τελικά οι νεότερες γενιές θα μπορέσουν να γνωρίσουν και να αντιληφθούν το πραγματικό μέγεθος προσωπικοτήτων που διαμόρφωσαν εν πολλοίς τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, όταν η δημόσια παρουσία και η καλλιτεχνική τους αναφορά τίθενται ολοένα και περισσότερο υπό στενότερους περιορισμούς;