Νέα μελέτη καταγράφει μεταβολές στο ελαιόλαδο και ειδικότερα στη χημική του σύνθεση
Οι αυξημένες θερμοκρασίες δεν επηρεάζουν μόνο την παραγωγή και τις αποδόσεις της ελιάς, αλλά φαίνεται πως μπορεί να αλλάξει ακόμη και τη χημική «ταυτότητα» στο ελαιόλαδο.
Μια νέα, επιστημονική μελέτη, βασισμένη στην ανάλυση 1.643 αυθεντικών δειγμάτων ελαιολάδου από τη Σλοβενία που συλλέχθηκαν σε διάστημα 27 ετών, καταγράφει σημαντικές μεταβολές στη σύνθεση των λιπαρών οξέων που συνδέονται με τις υψηλότερες θερμοκρασίες.
Ειδικότερα σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Chemistry, οι ερευνητές σύγκριναν τα ετήσια προφίλ λιπαρών οξέων με βασικούς μετεωρολογικούς δείκτες. Η θερμοκρασία αναδείχθηκε ως μία από τις μεταβλητές που σχετίζονται στενότερα με τις παρατηρούμενες αλλαγές.
Τα ευρήματα της έρευνας ανοίγουν μια συζήτηση με ευρύτερες συνέπειες για τον ελαιοκομικό τομέα, από τις προδιαγραφές των προϊόντων ΠΟΠ και την αξιολόγηση της ποιότητας μέχρι τους κανόνες ελέγχου της γνησιότητας και της νοθείας.
Περισσότερες μεταβολές
Η μελέτη, που διεξήχθη από μια ομάδα Σλοβένων, Ιταλών και Ισπανών ερευνητών εξέτασε επίσης τις φυσικές διακυμάνσεις στα ισότοπα άνθρακα, οξυγόνου και υδρογόνου στα έλαια. Αυτές οι διακυμάνσεις μπορούν να διατηρήσουν πληροφορίες σχετικά με τις περιβαλλοντικές συνθήκες υπό τις οποίες καλλιεργήθηκαν οι ελιές.
Εξέτασε ακόμη τη σχέση μεταξύ των μετεωρολογικών συνθηκών και της χημικής σύνθεσης του ελαιολάδου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα έτη με υψηλότερες θερμοκρασίες συνδέονταν με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξύ και υψηλότερες συγκεντρώσεις λινελαϊκού και παλμιτελαϊκού οξέος.
Η σύγκριση δύο χαρακτηριστικών ετών είναι ενδεικτική της έκτασης των διαφορών. Όπως αναφέρει ο olive oil times, το 1996, μία από τις ψυχρότερες χρονιές της περιόδου που εξετάστηκε, η μέση περιεκτικότητα των ελαιολάδων σε ελαϊκό οξύ έφτανε το 78,9%. Αντίθετα, το 2018, μία από τις θερμότερες χρονιές, το αντίστοιχο ποσοστό είχε υποχωρήσει στο 71,9%.
Την ίδια περίοδο, το λινελαϊκό οξύ αυξήθηκε κατά μέσο όρο από 5,6% σε σχεδόν 7,9%, ενώ το παλμιτελαϊκό οξύ από 0,7% έφτασε στο 1,7%. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η σύγκριση αυτή δεν περιγράφει μια απολύτως γραμμική εξέλιξη, αλλά αποτυπώνει μια ευρύτερη σχέση που εμφανίζεται σε ολόκληρο το πολυετές σύνολο δεδομένων.
Διαβάστε περισσόιτερα στο δημοσίευμα του ot.gr.