Το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό στη χώρα δεν αξιοποιείται πλήρως στην αγορά εργασίας, περιορίζοντας τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ένα σημαντικό ποσοστό των Ελλήνων που είναι ικανοί να δουλέψουν παραμένουν άνεργοι ή σε καθεστώς ημιαπασχόλησης, ψάχνουν δουλειά χωρίς να είναι διαθέσιμοι ή είναι διαθέσιμοι αλλά δεν αναζητούν δουλειά, δημιουργώντας κενό στην προσφορά εργασίας.
Από τα στοιχεία του 2025 προκύπτει ότι περίπου ένας στους οκτώ Ελληνες (12,9%) μεταξύ 15 και 74 ετών από το διευρυμένο εργατικό δυναμικό δεν απασχολείται επαρκώς. Το ποσοστό είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (11,8%), αλλά απέχει από τα υψηλά της Φινλανδίας (19,5%), της Σουηδίας (18,5%) και της Ισπανίας (18,2%), καθώς και από τα χαμηλά της Μάλτας (4,9%) και της Πολωνίας (5,3%).
Η ανεργία αποτελεί σημαντικό μέρος του προβλήματος: από το διευρυμένο εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα, το 8,6% είναι άνεργοι. Μικρότερο ποσοστό της τάξης του 2% μπορεί να δουλέψει αλλά δεν ψάχνει δουλειά, ενώ το 1,6% είναι σε καθεστώς ημιαπασχόλησης και το 0,7% ψάχνει θέση εργασίας χωρίς να είναι άμεσα διαθέσιμο. Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο περιθώριο αξιοποίησης του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού εντοπίζεται στους ανέργους και όχι σε όσους εργάζονται λιγότερο απ’ όσο θα μπορούσαν.
Σημειώνεται ότι μη διαθέσιμοι για δουλειά θεωρούνται οι φοιτητές, όσοι βρίσκονται σε φάση εκπαίδευσης, άνθρωποι που έχουν υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών ή ηλικιωμένων, καθώς και όσοι αντιμετωπίζουν μακροχρόνιες ασθένειες και αναπηρία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, σημαντική μερίδα του ανεκμετάλλευτου εργατικού δυναμικού είναι γυναίκες, με την Ελλάδα να εμφανίζει μία από τις μεγαλύτερες έμφυλες διαφορές στην Ε.Ε. Ειδικότερα, το 16,8% του διευρυμένου εργατικού δυναμικού των γυναικών δεν αξιοποιείται πλήρως στην αγορά εργασίας, έναντι 9,7% των ανδρών. Η διαφορά των 7,1 ποσοστιαίων μονάδων είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε., μετά την Ισπανία που φτάνει στις 8 μονάδες.
Το υψηλό απόθεμα διαθέσιμης εργασίας σχετίζεται και με το ποσοστό των απασχολουμένων, το οποίο στην Ελλάδα ανέρχεται μόλις σε 54,8% των ατόμων μεταξύ 15 και 74 ετών έναντι 60,3% στην Ε.Ε. Ανάλυση της Eurobank Research από τον περασμένο Φεβρουάριο διαπίστωνε ότι η υποτονικότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας έχει περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, χωρίς, ωστόσο, να έχει εξαλειφθεί.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του moneyreview.gr.