Η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί ένα ακόμη εξωτερικό γεγονός χωρίς εσωτερικές επιπτώσεις. Αντιθέτως, λειτουργεί ως επιταχυντής ήδη υπαρχουσών πιέσεων στην ευρωπαϊκή και κατ’ επέκταση στην ελληνική οικονομία.
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους, η επιμονή του πληθωρισμού και το αυξημένο κόστος χρήματος συνθέτουν ένα περιβάλλον που επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τελικά την αγορά ακινήτων.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη για το 2026 εκτιμάται στο 2,6%, με την ενεργειακή αβεβαιότητα να αποτελεί βασικό παράγοντα διατήρησης των πιέσεων. Το οικονομικό αυτό περιβάλλον μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος δανεισμού και σε πιο επιφυλακτική επενδυτική συμπεριφορά, επηρεάζοντας άμεσα και την αγορά ακινήτων.
Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει μια κρίσιμη ιδιαιτερότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ και αγοραστική δύναμη. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία διαθέτει το χαμηλότερο περιθώριο απορρόφησης των αυξήσεων στο κόστος ζωής.
Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο δεδομένο για την αγορά ακινήτων. Γιατί σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, όπου η εγχώρια ζήτηση μπορεί να λειτουργήσει ως «μαξιλάρι» σταθερότητας, στην Ελλάδα η δυναμική της αγοράς έχει ήδη απομακρυνθεί από τα εισοδήματα των πολιτών. Οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, δημιουργώντας μια εμφανή απόκλιση μεταξύ αξιών και πραγματικής δυνατότητας αγοράς.
Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του www.ethnos.gr πατώντας ΕΔΩ