Παρασκευή
6
Νοέμβριος
TOP

Βιομηχανία: Γιατί το πράσινο ρεύμα δεν γίνεται φθηνότερο – Οι στρεβλώσεις και το κόστος των 756 εκατ. ευρώ

Οι ελληνικές επιχειρήσεις θεωρούν το ενεργειακό κόστος σημαντικό εμπόδιο σε ποσοστό 72%, έναντι 37% στην ΕΕ. Οι περικοπές πράσινης παραγωγής, η ανεπαρκής αποθήκευση, οι μεγάλες διακυμάνσεις στη χονδρεμπορική αγορά και η επιβάρυνση των 756 εκατ. ευρώ

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, παρά την αυξανόμενη διείσδυση του φθηνού «πράσινου» ρεύματος που παράγεται από τους σταθμούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) εξακολουθεί να αποτελεί το ενεργειακό κόστος. Δεν είναι τυχαίο ότι 72% των ελληνικών επιχειρήσεων το θεωρεί το σημαντικότερο εμπόδιο για τη δραστηριότητά του, έναντι 37% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Τα στοιχεία, τα οποία παρουσίασε χθες η Γενική Διευθύντρια του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) κυρία Βίκυ Λοϊζου, μιλώντας στο συνέδριο του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), αποτελούν βασικά ευρήματα της έκθεσης για την ελληνική βιομηχανία η οποία πρόκειται να παρουσιαστεί σήμερα στην Αθήνα.

Το χάσμα με Κίνα και Τέξας και η εξάρτηση από το LNG

Στο επίκεντρο του προβληματισμού της αγοράς βρίσκεται πλέον το κατά πόσο η αυξημένη παραγωγή πράσινης ενέργειας μπορεί να μεταφραστεί σε ανταγωνιστικό κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά και το πώς διαμορφώνονται οι επιβαρύνσεις που καταλήγουν στους καταναλωτές. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Ανδρέας Πετροπουλέας Διευθυντής Διαχείρισης Ενέργειας της ENERWAVE και πρόεδρος της Επιτροπής Ηλεκτρισμού του ΙΕΝΕ, παρά το γεγονός ότι οι ΑΠΕ κάλυψαν το 49,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ το 2025, το χάσμα στο ενεργειακό κόστος με άλλες ανταγωνιστικές οικονομίες παραμένει σημαντικό. Ειδικότερα, η μέση τιμή ρεύματος για την ενεργοβόρο βιομηχανία στην ΕΕ διαμορφώθηκε στα 94,7 ευρώ/MWh, έναντι 60,2 ευρώ/MWh στην Κίνα και 44,2 ευρώ/MWh στο Τέξας. Με άλλα λόγια, η πράσινη μετάβαση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε φθηνότερη ενέργεια.

Στην Ελλάδα, μάλιστα, οι μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση τουλάχιστον 150 GWh πλήρωσαν κατά μέσο όρο 113 ευρώ/MWh το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 112,8 ευρώ/MWh που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει αυξήσει την έκθεσή της στη διεθνή αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Τα δεδομένα είναι ενδεικτικά. Οι εισαγωγές ρωσικού αερίου στην ΕΕ μειώθηκαν από 152 δισ. κυβικά μέτρα το 2021 σε 36 δισ. το 2025, ενώ οι εισαγωγές LNG έφτασαν σε ιστορικό υψηλό, στα 146 δισ. κυβικά μέτρα, με το 58% να προέρχεται από τις ΗΠΑ. Όπως επεσήμανε ο κ. Πετροπουλέας, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας ενισχύει μεν την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά δεν εξαλείφει την έκθεση της Ευρώπης στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών του LNG, οι οποίες απαιτούν αποτελεσματική διαχείριση.

Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του ot.gr.