Δευτέρα
23
Φεβρουάριος
TOP

Δεσμοί Ζωής και Παρακαταθήκης

Του Κώστα Ζωντανού

Χθες, γράφοντας για τον πατέρα μου, μνημόνευσα φίλους του – ανώνυμους και επώνυμους – ανθρώπους που για μένα δεν ήταν απλώς πρόσωπα της παρέας του, αλλά μορφές με ιδιαίτερο αποτύπωμα χαρακτήρα και ήθους.
Σήμερα όμως ένιωσα την ανάγκη να σταθώ ξεχωριστά σε έναν άνθρωπο με τον οποίο τον συνέδεε κάτι βαθύτερο: τον Κώστα Σαμαρά, διακεκριμένο καρδιολόγο και διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής του Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ευαγγελισμός. Μιλώ για τον πατέρα του Αντώνη Σαμαρά.
Τους ένωνε, βεβαίως, και η κοινή καταγωγή. Και οι δύο από χωριά της Πύλου, με ρίζες που κρατούσαν από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας, από εκείνες τις γενιές που κατέβηκαν στη Μεσσηνία κουβαλώντας μαζί τους αρχές, αξιοπρέπεια και βαθύ αίσθημα ευθύνης. Όμως το δέσιμό τους δεν ήταν απλώς γεωγραφικό ή ιστορικό. Ήταν δέσιμο χαρακτήρων.
Η γενιά τους είχε μια σπάνια ποιότητα: σεβασμό. Σεβασμό ο ένας για τον άλλον, αλλά και για κάθε άνθρωπο που στεκόταν απέναντί τους. Και μαζί με τον σεβασμό, μια έμφυτη διάθεση προσφοράς. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί πόσους ανθρώπους βοήθησαν. Όχι με θόρυβο, όχι με επίδειξη. Με σιωπή, διακριτικότητα και αίσθηση καθήκοντος.
Θυμάμαι το βλέμμα τους όταν συναντιόντουσαν. Δεν χρειάζονταν πολλά λόγια. Υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση, μια σιωπηρή συμφωνία αξιών. Ήταν από εκείνες τις φιλίες που δεν διαφημίζονται, αλλά αντέχουν στον χρόνο και δοκιμάζονται στην πράξη.
Αυτού του είδους οι δεσμοί σπανίζουν σήμερα. Ίσως γιατί σπανίζουν και οι άνθρωποι που μεγαλώνουν με την αντίληψη ότι η δύναμη δεν είναι για να επιβάλλεσαι, αλλά για να στηρίζεις. Και νιώθω πως όφειλα να το καταγράψω.
Όταν το 1977 πήρα το πτυχίο μου και ήρθε η ώρα να υπηρετήσω την πατρίδα, είχα έναν καημό: δεν ήθελα να φύγω μακριά. Έπαιζα ποδόσφαιρο τότε, με όνειρα και φιλοδοξίες, και ήξερα πως μια μετάθεση στην άκρη της Ελλάδας θα τα διέκοπτε όλα απότομα.
Τότε ο κύριος Κώστας στάθηκε δίπλα μου όπως στεκόταν σε τόσους ανθρώπους. Με έφερε στο Ναυτικό και βρέθηκα στη Σαλαμίνα, σε καράβι. Υπηρέτησα τριάντα μήνες. Δεν ήταν εύκολα χρόνια, αλλά είχα τη δυνατότητα, όταν υπήρχε αγώνας ή προπόνηση, να βγαίνω και να συνεχίζω το ποδόσφαιρο. Για έναν νέο άνθρωπο αυτό ήταν ανάσα.
Εκείνη την περίοδο πολιτευόταν και ο Αντώνης Σαμαράς. Με τον Αντώνη είχαμε γνωριστεί νωρίτερα στην ΟΝΝΕΔ· εκείνος υπεύθυνος Φοιτητικού, εγώ φοιτητής και υπεύθυνος Ιδεολογικού στην ΟΝΝΕΔ Αιγάλεω. Ήταν χρόνια έντασης αλλά και πίστης στις ιδέες.
Θυμάμαι ακόμα τις πίτες των ετεροδημοτών Μεσσηνίων στα δυτικά προάστια. Πηγαίναμε όλοι μαζί με τη μαύρη Μερσεντές του κυρίου Κώστα. Δεν ήταν απλώς κοινωνικές εκδηλώσεις· ήταν σημεία συνάντησης ανθρώπων με κοινές ρίζες και την πεποίθηση ότι η πολιτική δεν είναι καριέρα αλλά αποστολή.
Ύστερα ήρθε η ζωή. Ο στρατός, το ποδόσφαιρο, οι υποχρεώσεις. Σταδιακά αποτραβήχτηκα από τα πολιτικά δρώμενα. Χάθηκα από όλους και από όλα. Όχι από απογοήτευση, αλλά από την ανάγκη να σταθώ στα πόδια μου και να χτίσω τη δική μου πορεία.
Μέχρι που ήρθε η στιγμή που ο Κώστας Καραμανλής θέλησε να διεκδικήσει την αρχηγία της Νέα Δημοκρατία. Εκεί ένιωσα ξανά το ίδιο σκίρτημα. Από εκεί ξεκίνησα πάλι τη δραστηριότητά μου, με πολύ κόπο και αμέτρητες ώρες δουλειάς.
Το 2003, ως αναπληρωτής Γραμματέας Κινητοποίησης, είχα την ευθύνη για τις εννέα μεγάλες συγκεντρώσεις που θα πραγματοποιούσε ο Κώστας Καραμανλής σε όλη την Ελλάδα ενόψει των εκλογών του Μαρτίου 2004. Η ευθύνη ήταν τεράστια. Και οι καιρικές συνθήκες απέναντι.
Στη Λάρισα, με βροχή από τις πέντε το απόγευμα μέχρι το τέλος της ομιλίας, η πλατεία γέμισε. Και αυτό ήταν σημάδι νίκης.
Στην Καλαμάτα όμως ήταν αλλιώς. Ήταν η πατρίδα μου. Η πλατεία – δώδεκα στρέμματα – έπρεπε να γεμίσει. Με είχε πιάσει πανικός. Δεν ήθελα να στραβώσει η συγκέντρωση εκεί.
Και τότε, σαν από μηχανής Θεός, εμφανίζεται ο Αντώνης Σαμαράς. Είχαμε να συναντηθούμε πολλά χρόνια. Τον χαιρέτησα. Με θυμήθηκε. Παρά τα χρόνια που εγώ έλειπα από την πολιτική, με θυμήθηκε.
Με θράσος – νεανικό ίσως ακόμη μέσα μου – τον ρώτησα: «Θα μας βοηθήσεις;»
Και μου απάντησε: «Εγώ θα σου φέρω όσους περισσότερους μπορώ. Και την πλατεία, μην φοβάσαι, θα τη γεμίσουμε.»
Αυτός ο πληθυντικός – θα τη γεμίσουμε – μου έδωσε πνοή και κουράγιο. Δεν ήμουν μόνος. Ήμασταν μαζί.
Πήγαμε πολύ καλά. Η συγκέντρωση πέτυχε. Αλλά για μένα το ουσιαστικό δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα. Ήταν εκείνη η στιγμή. Η επανασύνδεση.
Από τότε μέχρι σήμερα, υπάρχει ένας δεσμός που συνεχίζει – με έναν τρόπο σιωπηλό αλλά ουσιαστικό – το δέσιμο των γονιών μας. Ένας κύκλος που δεν έκλεισε ποτέ. Μια σχέση που πατά πάνω σε ρίζες, σε μνήμη και σε κοινές αξίες.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο δυνατό νήμα της ζωής: οι δεσμοί που περνούν από γενιά σε γενιά και αντέχουν.