Σάββατο
7
Μάρτιος
TOP

Στεγαστική προσιτότητα στην Ελλάδα: Τι αποκαλύπτουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ – Ποιες είναι οι αναγκαίες παρεμβάσεις

Η στεγαστική πολιτική δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν τομέα κοινωνικής πρόνοιας, έχει μετατραπεί σε κρίσιμο πυλώνα οικονομικής σταθερότητας, κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης ανάπτυξης. Σε αυτό το πλαίσιο, η OECD Affordable Housing Database αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διεθνή εργαλεία παρακολούθησης της προσβασιμότητας στη στέγαση, αποτυπώνοντας συγκρίσιμα στοιχεία για τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Η θέση της Ελλάδας στους δείκτες στεγαστικής προσιτότητας

Τα στοιχεία της OECD Affordable Housing Database (Βάση Δεδομένων Προσιτής Κατοικίας του ΟΟΣΑ), αποτυπώνουν μια σαφή απόκλιση της Ελλάδας από τα επίπεδα στεγαστικής προσιτότητας που παρατηρούνται στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Η διαφορά δεν είναι οριακή – είναι δομική και αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κόστος στέγασης απορροφά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Τι αποκαλύπτουν στην καθημερινότητα οι δείκτες στεγαστικής προσιτότητας

Ο πρώτος δείκτης εξετάζει το ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος που κατευθύνεται στη στέγαση από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, το όριο του 30% θεωρείται διεθνώς ως ανώτατο επίπεδο «προσιτής στέγασης». Η Ελλάδα, με ποσοστό ~35%, υπερβαίνει συστηματικά αυτό το όριο, γεγονός που υποδηλώνει ότι για μεγάλο μέρος των χαμηλότερων εισοδημάτων η στέγαση δεν αποτελεί απλώς δαπάνη, αλλά βασικό παράγοντα οικονομικής πίεσης.

Ο δεύτερος δείκτης – τα νοικοκυριά που δαπανούν άνω του 40% του εισοδήματός τους για στέγαση, αποτυπώνει την στεγαστική υπερεπιβάρυνση (housing cost overburden). Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό φτάνει το ~32%, έναντι ~21% στον μέσο όρο ΟΟΣΑ. Πρόκειται για ένα επίπεδο που συνδέεται διεθνώς με αυξημένο κίνδυνο φτώχειας, περιορισμό κατανάλωσης βασικών αγαθών και αδυναμία αποταμίευσης.

Κοινωνικό ζήτημα με μακροοικονομικές επιπτώσεις

Η αυξημένη στεγαστική επιβάρυνση δεν έχει μόνο κοινωνική διάσταση, έχει και μακροοικονομικές συνέπειες:

  • Μείωση διαθέσιμου εισοδήματος για κατανάλωση, επηρεάζοντας την εσωτερική ζήτηση.
  • Περιορισμός αποταμίευσης, άρα χαμηλότερη ανθεκτικότητα των νοικοκυριών σε κρίσεις.
  • Αύξηση ανισοτήτων, καθώς οι ιδιοκτήτες κατοικίας προστατεύονται περισσότερο από τις διακυμάνσεις της αγοράς.
  • Αναστολή δημογραφικών και κοινωνικών αποφάσεων, όπως δημιουργία οικογένειας ή γεωγραφική κινητικότητα για εργασία.

Οι δείκτες αυτοί επιβεβαιώνουν ότι στην Ελλάδα η στέγαση έχει μετατραπεί από βασικό κοινωνικό αγαθό σε κύριο παράγοντα οικονομικής πίεσης για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η υπέρβαση των διεθνώς αποδεκτών ορίων προσιτότητας δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο αλλά διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της αγοράς κατοικίας, γεγονός που δικαιολογεί την ανάγκη για ενισχυμένες παρεμβάσεις δημόσιας πολιτικής, όπως αυτές που προτείνει ο ΟΟΣΑ.

Η επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων υπερβαίνει τα διεθνώς αποδεκτά όρια προσιτότητας.

Ιδιοκατοίκηση vs Ενοικίαση: Η «σιωπηλή» μεταβολή του ελληνικού στεγαστικού μοντέλου

Η Ελλάδα διαχρονικά συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, στοιχείο που λειτουργούσε ως άτυπος μηχανισμός κοινωνικής προστασίας. Ωστόσο, τα πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν ότι το παραδοσιακό αυτό μοντέλο μεταβάλλεται με ταχύ ρυθμό.

Την περίοδο 2019-2023, η ιδιοκατοίκηση μειώθηκε κατά 5,8 ποσοστιαίες μονάδες, η μεταβολή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εάν συγκριθεί με την ιστορική πορεία του δείκτη.

Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του www.newsbeast.gr πατώντας ΕΔΩ