TOP

Κατώτατος μισθός: Μόλις το 61% της αύξησης καταλήγει στην «τσέπη» του εργαζόμενου – Πώς επιδρά στον μέσο μισθό

Φόροι και εισφορές «ροκανίζουν» τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού, με αποτέλεσμα να φτάνει στην «τσέπη» του εργαζόμενου μόλις το 61% του ονομαστικού ποσού που δίνεται κάθε χρόνο.

Στην περίπτωση εργαζομένου άνω των 30 ετών χωρίς τέκνα, από την ονομαστική αύξηση των 40 ευρώ ο εργαζόμενος λαμβάνει τελικά 29,73 ευρώ καθαρά, ενώ το συνολικό κόστος για τον εργοδότη αυξάνεται κατά 48,72 ευρώ. Από αυτή τη συνολική πρόσθετη δαπάνη, τα 18,99 ευρώ κατευθύνονται στο κράτος μέσω ασφαλιστικών εισφορών και φόρων.

Όπως επισημαίνεται στο νέο Policy brief του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών, «περίπου το 61% της επιπλέον επιβάρυνσης μεταφράζεται σε καθαρό όφελος για τον εργαζόμενο, ενώ το υπόλοιπο 39% απορροφάται από το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητα μιας αύξησης του κατώτατου μισθού δεν εξαρτάται μόνο από το ονομαστικό της ύψος, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιδρά στη μετάφρασή της σε πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα».

Από την 1η Απριλίου 2026, ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε από τα 880 στα 920 ευρώ μεικτά, δηλαδή κατά 4,55%. Η αύξηση αυτή επηρεάζει άμεσα περίπου 700.000 θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, ενώ συμπαρασύρει και το ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, αλλά και τις αποδοχές στο Δημόσιο. Σε σωρευτικούς όρους, η αύξηση του κατώτατου μισθού από το 2019 ανέρχεται πλέον σε 41,54%, γεγονός που αποτυπώνει τη σταθερή ανοδική του πορεία τα τελευταία έτη.

Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του www.insider.gr πατώντας ΕΔΩ