Τετάρτη
21
Ιανουάριος
TOP

Σε τροχιά διαρκείας η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα – Τα στοιχεία της διαΝΕΟσις αποτυπώνουν το πρόβλημα (video)

Η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία στην Ελλάδα έχει μετατραπεί σε σοβαρή κοινωνική πρόκληση, καθώς οι τιμές και τα ενοίκια αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα, ενώ η δημόσια πολιτική αδυνατεί να ανταποκριθεί. Σύμφωνα με νέα μελέτη της διαΝΕΟσις, το 30% των νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση, με τα ενοικιαζόμενα νοικοκυριά να φτάνουν στο 45%.

Χαρακτηριστικά τα όσα ανέφερε μιλώντας στο Κεντρικό Δελτίο Ειδήσεων της τηλεόρασης BEST ο Ηλίας Βαλέντης Senior Research Analyst διαΝΕΟσις σημειώνοντας «Από το 2018 ξεκινά η ανοδική πορεία είτε για ενοίκια, είτε για τις τιμές μεταβίβασης. Από το 2018 έως 2025 αύξηση τιμή στα ακίνητα 82,2% την ίδια περίοδο ο πληθωρισμός είναι 14% . Έχουν ανέβει 6 φορές πιο γρήγορα από το πληθωρισμό. Συνεχίζει να είναι πολύ έντονη η ανοδική πορεία».

Η στέγαση αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα βάρη που καλούνται να «σηκώσουν» τα νοικοκυριά με τον Senior Research Analyst διαΝΕΟσις να υπογραμμίζει  «Η στέγαση είναι η δεύτερη βασική ανάγκη του ανθρώπου μετά τη διατροφή και υπάρχει πρόβλημα. Το διαθέσιμο εισόδημα έχει αυξηθεί με πολύ μικρότερο ρυθμό. Αν δούμε τη σχέση τους το 2024 ο μέσος Έλληνας έδινε 35,5% του διαθέσιμο εισοδήματος για τη στέγαση πολύ πάνω από τον μέσο όρο στην Ε.Ε. με το 70% των Ελλήνων να ιδιοκατοικεί.  Είναι τόσο μεγάλο το ποοοστό στην Ελλάδα που το δεύτερο χειρότερο είναι στο μισό».

Μια άλλη διάσταση όμως στο ζήτημα έδωσε η επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης με τον Ηλία Βαλεντή να τονίζει «Είναι ένας παράγοντας που ενίσχυσε το φαινόμενο έντονα ως νέα τάση συνεπάγεται ότι συνδέεται ένα αγαθό που είναι η οικία και μια αγορά που δε συνδεόταν που είναι ο τουρισμός. Ως αποτέλεσμα η αξία της οικίας σε όρους επενδυτικούς έχει ανέβει. Ένα κομμάτι της προσφοράς φεύγει μειώνεται η ζήτηση από το εξωτερικό έχει ακόμη μεγαλύτερη ζήτηση. Τα τελευταία 8 χρόνια σε οικιστικά και εμπορικά ακίνητα είναι στα 8 δις. ευρώ»

Ως αφορά στο σχέδιο που μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση επεσήμανε «Τα μέτρα δεν έχουν εμφανιστεί στην αγορά ακόμη. Μετά από χαρτογράφηση παρατηρούμε ότι υπάρχει μεγάλο άπλωμα σε φορείς που τα διαχειρίζονται. Να οργανωθούν από ένα τομέα είναι η κύρια πρότασή μας. Να υπάρξει διαφορετική φορολόγηση των εισοδημάτων από την βραχυχρόνια μίσθωση. Το «Ανακαινίζω Νοικιάζω» δεν ενσωματώνει κάποια ρήτρα για το ύψος του ενοικίου. Στην αγορά αν μπουν φθηνότερα ακίνητα αυτό βελτιώνει την κατάσταση. Στα εισοδηματικά κριτήρια των επιδομάτων στέγασης να ενσωματωθούν τεκμήρια, για να τα πάρουν αυτοί που το χρειάζονται».

ΔΕΙΤΕ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ  διαΝΕΟσις

Η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της χώρας. Η νέα εκτενής μελέτη της διαΝΕΟσις για τη στέγαση στην Ελλάδα καταγράφει με συγκεκριμένους δείκτες μια αγορά σε καθεστώς έντονης πίεσης, με τις τιμές και τα ενοίκια να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα και τη δημόσια πολιτική να αδυνατεί να παρακολουθήσει τις εξελίξεις.
Στο μεταξύ, η στέγη παύει να λειτουργεί ως παράγοντας κοινωνικής ασφάλειας και μετατρέπεται σε εστία ανισοτήτων, ιδίως για τους νέους και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Απότομη άνοδος τιμών και ενοικίων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, την περίοδο 2017–2023 οι τιμές κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν σωρευτικά κατά περίπου 50%, ενώ τα ενοίκια κατέγραψαν άνοδο που σε ορισμένες αστικές περιοχές ξεπερνά το 40%.
Στην Αθήνα, οι μέσες ζητούμενες τιμές πώλησης αυξήθηκαν κατά 60% σε σχέση με το 2017, ενώ τα ενοίκια σε κεντρικές συνοικίες κινούνται πλέον σε επίπεδα προ κρίσης, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί αντίστοιχη ανάκαμψη εισοδημάτων.
Την ίδια στιγμή, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, με αποτέλεσμα το κόστος στέγασης να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Υπερβάλλον βάρος στα νοικοκυριά
Η διαΝΕΟσις καταγράφει ότι περίπου το 30% των νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, ποσοστό που θεωρείται διεθνώς όριο στεγαστικής επιβάρυνσης.
Για τα ενοικιαζόμενα νοικοκυριά, το ποσοστό αυτό προσεγγίζει το 45%, με τους νέους και τους μονογονεϊκούς να εμφανίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρότι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα παραμένει υψηλό και κινείται γύρω στο 73%, η τάση είναι καθοδική, ιδίως στις ηλικίες κάτω των 40 ετών.

Βραχυχρόνια μίσθωση και περιορισμός προσφοράς
Παράλληλα, η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης επιτείνει τη στενότητα στην αγορά μακροχρόνιας κατοικίας. Η μελέτη εκτιμά ότι σε ορισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας έως και το 20% του οικιστικού αποθέματος έχει στραφεί σε τουριστική χρήση.
Στον αντίποδα, περισσότερες από 700.000 κατοικίες πανελλαδικά παραμένουν κενές, κυρίως παλαιές ή ενεργειακά υποβαθμισμένες, γεγονός που αναδεικνύει τη δομική αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης.

Το έλλειμμα κοινωνικής κατοικίας
Σε τούτο το σημείο να τονιστεί ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη. Το απόθεμα κοινωνικών κατοικιών δεν ξεπερνά το 0,3% του συνολικού οικιστικού αποθέματος, όταν σε χώρες όπως η Ολλανδία και η Αυστρία τα αντίστοιχα ποσοστά υπερβαίνουν το 20%.
Η απουσία οργανωμένης πολιτικής κοινωνικής κατοικίας περιορίζει δραστικά τα περιθώρια κρατικής παρέμβασης και καθιστά τα επιδόματα ενοικίου το βασικό –και συχνά ανεπαρκές– εργαλείο στήριξης.

Κοινωνικές και δημογραφικές επιπτώσεις
Παράλληλα, η στεγαστική πίεση συνδέεται άμεσα με τη δημογραφική συρρίκνωση και τη μεταναστευτική κινητικότητα. Προς επίρρωση τούτου, η μελέτη καταγράφει ότι η μέση ηλικία αποχώρησης των νέων από την πατρική κατοικία έχει ανέλθει στα 30 έτη, έναντι 26 ετών πριν από μία δεκαετία.
Την ίδια στιγμή, η δημιουργία νέων νοικοκυριών επιβραδύνεται, ενώ η γεωγραφική συγκέντρωση ευκαιριών απασχόλησης στα μεγάλα αστικά κέντρα εντείνει τις χωρικές ανισότητες.

Προτάσεις και κρίσιμα στοιχήματα
Η διαΝΕΟσις προτείνει την ανάπτυξη προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας σε συνεργασία με ΟΤΑ και ιδιωτικούς φορείς, την ενεργοποίηση του κενού κτιριακού αποθέματος μέσω κινήτρων ανακαίνισης, καθώς και τη θεσμική ρύθμιση της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε περιοχές κορεσμού.
Έτσι, το στεγαστικό παύει να αποτελεί απλώς ζήτημα αγοράς ακινήτων και αναδεικνύεται σε πυλώνα κοινωνικής πολιτικής και αναπτυξιακής στρατηγικής.
Στο μεταξύ, τα διαθέσιμα στοιχεία συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα, χωρίς συνεκτική εθνική πολιτική κατοικίας, η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αποκτά δομικά χαρακτηριστικά και απειλεί να εξελιχθεί σε μόνιμο παράγοντα κοινωνικής αστάθειας.