Παρασκευή
29
Αύγουστος
TOP

Eurostat: Η διατροφική ανασφάλεια πλήττει το 35% των φτωχών νοικοκυριών στην Ελλάδα

Τον κακό της τον μπελά φαίνεται πώς έχει βρει η κυβέρνηση με τη Eurostat, αφού σχεδόν μέρα παρά μέρα δημοσιεύεται και από μία στατιστική που είναι προβληματική, αν όχι ντροπιαστική για την Ελλάδα.

Στα μέσα Ιουλίου δημοσιεύθηκαν τα στοιχεία για τη φτώχεια διακοπών, που επιβεβαιώνουν ότι σχεδόν ο ένας στους δύο Έλληνες δεν μπορεί να πληρώσει ούτε για εφτά συνεχόμενες ημέρες ξεκούρασης, μακριά από το σπίτι του. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Άρης Σκέρτος (πριν πει το αμίμητο για τα «ηλιοβασιλέματα στο συρτάρι»), έσπευσε να απαντήσει με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους «ημεδαπούς τουρίστες» – που όμως αντί να διαψεύδουν επιβεβαιώνουν ότι η μισή Ελλάδα δεν πάει διακοπές.

Ακολούθησαν τα στοιχεία-κόλαφος της Εurostat για τις ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες, στις οποίες η Ελλάδα έχει θλιβερή πρωτιά – σε τεράστια απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης μάταια προσπάθησε να τα «κουκουλώσει» με τα ψηφιακά ερωτηματολόγια για το ΕΣΥ, ενώ σύσσωμη η ιατρική κοινότητα βοά για την κατάρρευση της δημόσιας υγείας.

Το τρίτο απανωτό χαστούκι ήρθε με τα στοιχεία για την υπερεργασία, στην οποία η Ελλάδα έχει επίσης αρνητική πρωτιά. Το υπουργείο Υγείας κατηγόρησε τα ΜΜΕ ότι διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, επιλέγοντας τη δική του ανάγνωση των στατιστικών.

Σήμερα δημοσιεύθηκαν τα στοιχεία για τη διατροφική ανασφάλεια στην ΕΕ. Ούτε κι εδώ η Ελλάδα τα πηγαίνει τόσο καλά.

Eurostat: Το 11,3% των νοικοκυριών δεν μπορεί να πληρώσει για ένα κανονικό γεύμα μέρα παρά μέρα

Με βάση την επεξεργασία της Eurostat από τα στοιχεία εθνικών στατιστικών υπηρεσιών κάθε χώρας για το 2024,  στην ΕΕ των 27 κατά μέσο όρο το 8,5% του πληθυσμού δήλωνε οικονομική αδυναμία να έχει μέρα παρά μέρα στο τραπέζι του ένα «κανονικό γεύμα». Δηλαδή ένα γεύμα που να περιέχει κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ισοδύναμης θρεπτικής αξίας.

Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέρχεται, στο 11,3%, κατατάσσοντάς μας στην πέμπτη  χειρότερη θέση στην ΕΕ – μετά τις Βουλγαρία, Σλοβακία, Ρουμανία και Ουγγαρία.

Μπορεί να μην ανεβαίνουμε στο «βάθρο των πρωταθλητών» της διατροφικής ανασφάλειας, – όπως συμβαίνει με την υγεία, την αγοραστική δύναμη, το στεγαστικό κόστος. Μην ξεχνάμε όμως ότι η Ελλάδα ήταν μέχρι πρότινος μια χώρα πρωτίστως αγροτική και μέχρι σήμερα έχει πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο σε τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα. Το γεγονός ότι πάνω από ένας στους δέκα Έλληνες δεν έχει πρόσβαση στα προϊόντα της ελληνικής γης, που θα έπρεπε να είναι φθηνά, άφθονα και ποιοτικά, μόνο τιμή δεν περιποιεί σε ένα κράτος που καυχιέται για σχεδόν διπλάσιους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης από την ΕΕ.

Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του www.in.gr πατώντας ΕΔΩ