Στον πάτο της αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών-μελών εξακολουθούν να βρίσκονται οι Έλληνες πολίτες, με τον πρόεδρο της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, Απόστολο Ραυτόπουλο, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Δεν έχουμε πλέον να ζηλέψουμε τίποτα από τη Βουλγαρία· μας ξεπέρασε…». Μια διαπίστωση με σαφείς και άμεσες συνέπειες στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών της χώρας.
Μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του BEST, ο κ. Ραυτόπουλος αναφέρθηκε στο νέο κύμα ανατιμήσεων που καταγράφεται ήδη από τις πρώτες ημέρες του 2026, επισημαίνοντας τη μεγάλη πίεση που ασκείται στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τις αντοχές των εργαζομένων και μισθωτών, οι οποίες δοκιμάζονται διαρκώς. «Μέσα στον Ιανουάριο έχουν αυξηθεί οι τιμές σε 500 κωδικούς προϊόντων, έπονται και νέες αυξήσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά την πορεία του πληθωρισμού, υπενθύμισε τα στοιχεία του περασμένου Δεκεμβρίου, όταν –όπως είπε– ξεκίνησε η λεγόμενη «εθελοντική μείωση τιμών» σε 2.160 κωδικούς, τους οποίους το Υπουργείο Ανάπτυξης χαρακτήρισε ως προϊόντα πρώτης ανάγκης. «Εμείς αναδείξαμε ότι δεν πρόκειται για είδη πρώτης ανάγκης και αυτό αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία: ο πληθωρισμός αυξήθηκε από το 2,4% τον Νοέμβριο στο 2,6% τον Δεκέμβριο, ενώ ο δείκτης τροφίμων εκτινάχθηκε από το 2,8% στο 3,6%», τόνισε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Ραυτόπουλος και στη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur που υπογράφεται αύριο, χαρακτηρίζοντάς την «ταφόπλακα για τον πρωτογενή τομέα». Όπως επισήμανε, «πάνω από 450.000 εργαζόμενοι στη χώρα μας απασχολούνται στη γεωργία και την κτηνοτροφία, γεγονός που καθιστά την Ελλάδα τον μεγάλο χαμένο της συμφωνίας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., καθώς διαθέτουμε το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα».
Πέρα από τον αθέμιτο ανταγωνισμό που αναμένεται να δεχθούν τα ελληνικά προϊόντα, ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών στάθηκε και σε ένα ακόμη, ιδιαίτερα ανησυχητικό ζήτημα: την ποιότητα των εισαγόμενων προϊόντων. «Δεν πρόκειται απλώς για αμφιβόλου ποιότητας τρόφιμα. Είναι προϊόντα που παράγονται με τη χρήση τουλάχιστον 52 φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων, τα οποία είναι απαγορευμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βραζιλία και Αργεντινή διαθέτουν περίπου 900 εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργήσιμης γης – τριάντα φορές την έκταση της Ελλάδας – όπου παράγονται γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, τα οποία θα εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά», ανέφερε, αναδεικνύοντας το μείζον ζήτημα της ασφάλειας και της ποιότητας των τροφίμων που θα καταλήγουν στο τραπέζι των ελληνικών νοικοκυριών.