Του Κώστα Ζωντανού
Υπάρχει ένα ερώτημα που πρέπει να απασχολεί κάθε Έλληνα: όσοι κυβερνούν σήμερα τη χώρα, έχουν πραγματικά την Ελλάδα μέσα τους όταν διαπραγματεύονται για τα εθνικά μας συμφέροντα ή αντιμετωπίζουν την εξουσία ως προσωπικό τους προνόμιο;
Όταν ένας πολιτικός κάθεται απέναντι από έναν ξένο ηγέτη, μπροστά στο καρτελάκι με το όνομα και το αξίωμά του, δεν εκπροσωπεί τον εαυτό του ούτε μια προσωρινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Εκπροσωπεί έναν ολόκληρο λαό. Εκπροσωπεί τις γενιές που πέρασαν από αυτόν τον τόπο, τους Έλληνες που ζουν σήμερα και, κυρίως, εκείνους που θα έρθουν αύριο.
Αυτό είναι το πραγματικό βάρος της πολιτικής ευθύνης. Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα.
Οι επόμενες γενιές δεν πρέπει να μας κρίνουν μόνο από το οικονομικό χρέος που θα τους αφήσουμε. Πρέπει να μας κρίνουν και από το εθνικό χρέος, από την άυλη περιουσία που θα τους παραδώσουμε: την ιστορική μας μνήμη, την εθνική μας ταυτότητα, την κυριαρχία, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία μας.
Γιατί μπορεί κάποτε να παραδώσουμε μια χώρα με μικρότερο δημόσιο χρέος, αλλά με λιγότερη εθνική αυτοπεποίθηση, με αδύναμους θεσμούς και με μια κοινωνία που θα έχει πάψει να πιστεύει στις δυνατότητές της. Και τότε θα έχουμε αποτύχει, ακόμη κι αν οι οικονομικοί δείκτες παρουσιάζουν επιτυχίες.
Οι πρόγονοί μας πολέμησαν στην Αλβανία, στην Πίνδο και στα βουνά της Βορείου Ηπείρου για να παραδώσουν στις επόμενες γενιές μια ελεύθερη πατρίδα. Δεν υπολόγισαν το προσωπικό τους κόστος όταν διακυβεύονταν η ελευθερία και η αξιοπρέπεια της Ελλάδας. Το ερώτημα είναι αν εμείς έχουμε σήμερα την ίδια αποφασιστικότητα να υπερασπιστούμε όσα εκείνοι μας κληροδότησαν.
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τα ελληνοτουρκικά και τις εξελίξεις γύρω από τα μεγάλα ενεργειακά έργα. Όταν υπάρχουν διαφωνίες για τη διαδρομή ενός καλωδίου, για τις θαλάσσιες ζώνες ή για τα κυριαρχικά δικαιώματα, η κυβέρνηση οφείλει να ενημερώνει με απόλυτη σαφήνεια τον ελληνικό λαό. Δεν αρκούν οι καθησυχαστικές δηλώσεις ούτε οι περίπλοκες διατυπώσεις που επιτρέπουν διαφορετικές ερμηνείες.
Άλλο είναι η αδειοδότηση ενός συνολικού έργου και άλλο οι επιμέρους άδειες ή εγκρίσεις που αφορούν τη διαδρομή του. Εάν η Τουρκία προβάλλει διεκδικήσεις, η Ελλάδα οφείλει να απαντά με σαφήνεια, βάσει του διεθνούς δικαίου, χωρίς να αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
Στα εθνικά θέματα, η ειλικρίνεια δεν είναι επικοινωνιακή επιλογή. Είναι υποχρέωση. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει τι ακριβώς διαπραγματεύεται η χώρα του, τι υπερασπίζεται και ποιες δεσμεύσεις αναλαμβάνει. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να μετατρέπεται σε υπόθεση επικοινωνιακής διαχείρισης.
Η ίδια λογική ισχύει και για τους θεσμούς. Η Δικαιοσύνη, η Εκκλησία, τα μέσα ενημέρωσης και ο αθλητισμός δεν βρίσκονται έξω από την κοινωνία. Αντιθέτως, αποτελούν χώρους στους οποίους αποτυπώνονται οι πολιτικοί συσχετισμοί, οι σχέσεις εξουσίας, οι συμβιβασμοί, αλλά και οι αντιστάσεις.
Δεν είναι όλοι οι δικαστές εξαρτημένοι, δεν είναι όλα τα μέσα ενημέρωσης χειραγωγούμενα και δεν λειτουργούν όλοι οι θεσμοί με τον ίδιο τρόπο. Όμως, όταν οι πολίτες αρχίζουν να αμφιβάλλουν για την ανεξαρτησία τους, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την εικόνα τους. Αφορά την ίδια τη δημοκρατία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει την ευθύνη να διασφαλίζει ότι οι θεσμοί λειτουργούν ανεξάρτητα και ότι κανείς δεν αισθάνεται πως βρίσκεται πάνω από τον έλεγχο. Η ευθύνη αυτή δεν εξαντλείται στην επίκληση της θεσμικής κανονικότητας. Απαιτεί διαφάνεια, λογοδοσία και σεβασμό στην κριτική.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική αντίφαση της εποχής μας. Οι εξουσίες μπορεί να διατηρούν τον έλεγχο των μηχανισμών τους, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι εξακολουθούν να ελέγχουν τις κοινωνίες τους. Οι πολίτες αμφισβητούν, δυσπιστούν, απομακρύνονται. Δεν πιστεύουν εύκολα όσα ακούν και δεν αποδέχονται πλέον αδιαμαρτύρητα όσα τους παρουσιάζονται ως μονόδρομος.
Η δυσαρέσκεια αυτή δεν εκφράζεται πάντοτε με διαδηλώσεις. Συχνά εκδηλώνεται με αποχή, με απομάκρυνση από τα κόμματα, με απαξίωση της πολιτικής και με την πεποίθηση ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει.
Αυτή η σιωπή, όμως, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως συναίνεση.
Η σιωπή της κοινωνίας μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνη για την εξουσία από μια δυνατή διαμαρτυρία. Γιατί η διαμαρτυρία δείχνει ότι υπάρχει ακόμη διάθεση αντιπαράθεσης και διεκδίκησης. Η παρατεταμένη σιωπή μπορεί να σημαίνει ότι οι πολίτες έχουν πάψει να περιμένουν κάτι από εκείνους που τους κυβερνούν.
Και όταν ένας λαός χάσει την εμπιστοσύνη του στους πολιτικούς, στους θεσμούς και τελικά στην ίδια τη δυνατότητα της δημοκρατίας να δώσει λύσεις, τότε το πρόβλημα γίνεται πολύ βαθύτερο από την πτώση μιας κυβέρνησης.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς που θεωρούν επιτυχία την παραμονή τους στην εξουσία. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που αντιλαμβάνονται ότι η εξουσία είναι ευθύνη και όχι ιδιοκτησία. Από πολιτικούς που δεν αντιμετωπίζουν την κοινωνία ως εκλογικό ακροατήριο, αλλά ως τον πραγματικό λόγο για τον οποίο βρίσκονται στη θέση τους.
Γιατί ο αντίπαλος της πολιτικής δεν είναι ο πολίτης που ασκεί κριτική. Αντίπαλος είναι η αδιαφορία, η αλαζονεία, η συγκάλυψη και η πεποίθηση ότι η εξουσία μπορεί να κάνει τα πάντα χωρίς να δίνει εξηγήσεις.
Και όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι κάτι περισσότερο από μια διοικητική επικράτεια, όσοι θεωρούν ότι η πατρίδα είναι ιστορία, πολιτισμός, ταυτότητα και ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές, δεν πρέπει να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι όλα αυτά είναι διαπραγματεύσιμα.
Η Ελλάδα δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση, σε κανένα κόμμα και σε κανέναν πολιτικό. Ανήκει στον λαό της και στις γενιές που θα την παραλάβουν από εμάς.
Και η Ιστορία δεν θα μας κρίνει από το πόσο καιρό μείναμε στην εξουσία, αλλά από το τι παραδώσαμε όταν φύγαμε.