Τις διαστάσεις της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν που δεν είναι μόνο αυτά που φάνηκαν στο προσκήνιο, αλλά και εκείνα που αφέθηκαν να εξελιχθούν ή και να εννοηθούν στο παρασκήνιο που φθάνουν μέχρι και τις ευρύτερες συμμαχίες και ισορροπίες στην περιοχή, αλλά και το ενδεχόμενο πολιτικό κόστος της στρατηγικής των «ήρεμων νερών» ανέλυσε ο Γιώργος Φίλης. Μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του BEST, ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Διδάκτορας Γεωπολιτικής σημείωσε αρχικά πως «…φάνηκε το «θέλω» του Ερντογάν αυτή τη στιγμή» και, όπως είπε, «ο Ερντογάν δεν θέλει να δημιουργήσει κάποιο ζήτημα αυτή τη στιγμή με την Ελλάδα». Συνδέοντας τη στάση της Ελλάδας με τις επόμενες εθνικές εκλογές, εκτίμησε ότι η ελληνική κυβέρνηση προτίθεται «να χρησιμοποιήσει τα “ήρεμα νερά” και τη λειτουργική σχέση – όπως την ονομάζει -με την Τουρκία ως ένα “χαρτί” στο οποίο θα προσπαθήσει να πείσει τους Έλληνες ότι πάμε καλά στα Ελληνοτουρκικά».
Για τα ήρεμα νερά ωστόσο υπάρχει αντίτιμο, είπε, εστιάζοντας στη σημειολογία της συνάντησης στην Άγκυρα και «στο ποιος υποδέχθηκε την Ελληνική αντιπροσωπεία.(…)», για να επισημάνει ότι «Η πολιτική είναι διαχείριση συμβόλων. Ο κ. Ερντογάν είναι μάστερ του είδους – για να μην πω PhD του είδους, διδάκτωρ του είδους – με όλες τις φιέστες που κάνει ανά πάσα στιγμή, με το Μαντζικέρτ και τις διάφορες μάχες των Οθωμανών κλπ… το ότι έστειλε τον Υπουργό Τουρισμού, μαζί με τον Νομάρχη και τον Δήμαρχο Άγκυρας, ενώ το πρωτόκολλο λέει τουλάχιστον να έρθει, ο Νο2 ή Νο3 της κυβέρνησης…». Απέδωσε τη στάση αυτή σε κινήσεις της τουρκικής πλευράς μετά το «κρέμασμα του Έλληνα Πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη», εκτιμώντας πως σε αντίστοιχη περίπτωση ο Τούρκος Πρόεδρος «μπορεί να μην έβγαινε από το αεροπλάνο!», γεγονός που – κατά τον ίδιο – καταδεικνύει ότι «Οι Τούρκοι ξεκινήσανε με το “καλημέρα”, δεν μας σέβονται, μας θεωρούνε μειωμένης κυριαρχίας και μας θεωρούνε, πώς να πω, ήρθε έπαρχος για να μιλήσει με έπαρχο»
Στη συνέχεια ανέλυσε δύο – όπως είπε – κρίσιμα δεδομένα της συνάντησης. Αναφερόμενος σε αποστροφή του Πρωθυπουργού, σημείωσε ότι «είναι μια αποκοπή του λόγου του κου Μητσοτάκη. “Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε”, λέει προς τον Ερντογάν, “και να συμμεριστώ και τη δικιά σας”, λέει, “αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή, προς την κατεύθυνση της δημιουργίας του συνυποσχετικού και ενός δικαιοδοτικού οργάνου επίλυσης διαφορών». Εστίασε στον τρόπο διατύπωσης και την αίσθηση ότι είχε προηγηθεί σχετική αναφορά, ενώ για το περιεχόμενο των διαβουλεύσεων σχολίασε ότι «…βλέποντας τον κ. Ερντογάν, ο οποίος δεν έχει κουνήσει κατά κεραία τις τοποθετήσεις του και λαμβάνοντας, επί του πεδίου τα δεδομένα που έχουμε πλέον και NAVTEX αορίστου χρόνου, μου φαίνεται πάρα πολύ περίεργο το τί ακριβώς συζητάμε στις διαπραγματεύσεις, επίσημες – ανεπίσημες…».
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ως προς την αναφορά του Πρωθυπουργού στο Ισραήλ, γεγονός που χαρακτήρισε «εξόχως σοβαρό και άπτεται της εθνικής ασφαλείας της χώρας πλέον». Όπως είπε, «Δεν εξέφρασε απλά την άποψη της Ελληνικής κυβέρνησης, η οποία είναι σεβαστή -και όλοι λίγο πολύ λέμε το ίδιο πράγμα: ότι πάμε για λύση δύο κρατών – αλλά καταδίκασε μετά βδελυγμίας επί της ουσίας, “κατηγορηματική αντίθεση” όπως χρησιμοποίησε τη φράση και “καταδικαστέα”, επίσης χρησιμοποίησε, ξανά τη φράση, της πολιτικής του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους, στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα κλπ»(…). Για να υπογραμμίσει τη στρατηγική σημασία για την Ελλάδα της σχέσης με το Ισραήλ. «Έχουμε έναν σύμμαχο, ο οποίος σε περίπτωση που συμβεί κρίση(…) είναι η χώρα η οποία έχουμε τη μεγαλύτερη πιθανότητα να μας βοηθήσει στρατιωτικά…». Εκτίμησε πως μόνο το Ισραήλ μπορεί να αναλάβει τέτοια πρωτοβουλία, «λόγω των συμφερόντων του και όχι επειδή μας αγαπάει. Κι εσύ πας στον αντίπαλο του Ισραήλ στον αντίπαλο του Ισραήλ και το βασικό ζήτημα πηγή ασφαλείας της χώρας και κάνεις αυτό το πράγμα με το Ισραήλ και το συζητάς έτσι;»
Παράλληλα, εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την τοποθέτηση επί της Συρίας διερωτώμενος εάν με τον τρόπο αυτό υποβαθμίζεται ή παραβλέπεται ο ρόλος της Τουρκίας στην πολύχρονη αιματοχυσία. «Δηλαδή, ξεπλένουμε το τι έχει κάνει ο Ερντογάν στη Συρία; Ο βασικός λόγος που έχει αιματοκυλιστεί η Συρία 15 χρόνια τώρα, είναι η Τουρκία! Αυτή μετέφερε τους Τζιχαντιστές, αυτή εκπαίδευσε τους Τζιχαντιστές. Δεν υπήρξε εμφύλιος στη Συρία. Υπήρξε εισβολή ακραίων Ισλαμιστών, Τζιχαντιστών(…) και κατέλαβαν περιοχές… Άρα, λοιπόν, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους την Κύπρο… για να μας πει ότι θα πάρουμε την άδεια; Πρέπει να ζητήσουμε την άδεια της Τουρκίας επί της ουσίας ή να μιλήσει η Τουρκία στο Τζολάνι, τον αρχιεκτελεστή αποκεφαλιστή, για να πάρουμε, λέει, μερίδα από την ανοικοδόμηση της Συρίας;».
Κλείνοντας, εκτίμησε ότι από τη συνάντηση προκύπτουν δύο βασικά μηνύματα, «Πρώτον ότι υπάρχει συνεννόηση» τουλάχιστον σε ό,τι αφορά «τα ουσιαστικά και όχι αυτά τα δευτερεύοντα ή εν πάσει περιπτώσεις χαμηλής πολιτικής», και το δεύτερο είναι ότι «Φαίνεται ότι έχουμε ένα ζήτημα να υποστηρίξουμε, στα πλαίσια του λογικού φυσικά και στα πλαίσια του να μην κάνουμε εχθρούς τους Άραβες, τους βασικούς στρατηγικούς εκ των πραγμάτων συμμάχους στην περιοχή μας», είπε επιχειρώντας να αποτυπώσει το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Υποστήριξε ακόμη «φαίνεται ότι πάμε επί της ουσίας χέρι-χέρι με την τουρκική πολιτική στη Μέση Ανατολή και στα τρία βασικά θέματα: Γάζα, Ισραήλ και Συρία.». Επικεντρώθηκε και στη στρατηγική σημασία των δηλώσεων του Πρωθυπουργού. «Να έλεγε για τη Γάζα ή να έλεγε για το Παλαιστινιακό λύση δύο κρατών και τα λοιπά, όπως λένε όλα τα σοβαρά κράτη τα υπόλοιπα γιατί τι ακριβώς τα ήθελε; Ποιος του είπε να τα πει αυτά; Και αυτοί που τον βάλανε τον Πρωθυπουργό της χώρας, από το Υπουργείο Εξωτερικών – γιατί αυτά τα κείμενα, γνωρίζετε καλά φτιάχνονται- τι συμφέροντα εξυπηρετούν; Εξυπηρετούν το εθνικό συμφέρον, το να φαίνεται ότι η Ελλάδα πάει ενάντια στο βασικό στρατηγικό της σύμμαχο – εκ των πραγμάτων εάν θα γίνει στρατηγικός σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται κι από εμάς αυτό – δημοσίως; Και μάλιστα από την Τουρκία; Τη χώρα την οποία αυτή, το Ισραήλ θεωρεί ως υπαρξιακή απειλή για την ίδια του την ασφάλεια; Είναι παράλογα αυτά τα πράγματα».
Κλείνοντας, έθεσε το ζήτημα με όρους στρατηγικής επιλογής: «Εάν το αντίτιμο για ήρεμα νερά είναι να μην έχουμε σύμμαχο στην περιοχή, να μην έχουμε ήρεμα νερά σε τελική ανάλυση. Γιατί αν έχουμε σύμμαχο στην περιοχή θα έχουμε και ήρεμα νερά…».