Κυριακή
22
Φεβρουάριος
TOP

Το ΣτΕ «κλείδωσε» την πενταετή παραγραφή των τραπεζικών καταθέσεων

Σύμφωνα με νέα απόφαση του ΣτΕ, οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», κλειδώνοντας οριστικά την πενταετή παραγραφή φορολογικών ελέγχων.

Κλείδωσε οριστικά είναι η πενταετής περίοδος παραγραφής των κινήσεων των τραπεζικών καταθέσεων, καθώς με νέα απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας, έκρινε ότι δεν μπορούν αν αποτελέσουν «συμπληρωματικά στοιχεία», ούτε στην περίπτωση που είναι ο μοναδικός τρόπος για να αποκαλυφθεί φοροδιαφυγή.

Η απόφαση ενισχύει περαιτέρω τη σταθερή νομολογία που περιορίζει τη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να επεκτείνει την παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων με βάση τραπεζικά δεδομένα πέραν την πενταετίας και στο πλαίσιο αυτό, τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του έτους 2019 και των προηγούμενων ετών δεν μπορεί να τις αγγίξει η εφορία.

Η υπόθεση

Η νέα νομολογία του ΣτΕ εκδόθηκε με αφορμή προσφυγή φορολογούμενου, στο οποίο είχαν καταλογιστεί φόροι ύψους 400.000 ευρώ συν πρόστιμα και προσαυξήσεις, μετά από φορολογικό έλεγχο του ΣΔΟΕ και στους τραπεζικούς του λογαριασμούς,  μετά από άρση τραπεζικού και χρηματιστηριακού απορρήτου.

Ο έλεγχος αφορούσε κινήσεις λογαριασμών σε ελληνικές τράπεζες και χρηματιστηριακές εταιρείες, με στόχο την ανίχνευση μη δηλωθέντων εισοδημάτων.

Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν τμηματικά από το 2008 έως το 2014 οδήγησαν σε εκτεταμένες διαπιστώσεις περί «απόκρυψης φορολογητέας ύλης», η οποία, σύμφωνα με την έκθεση του ΣΔΟΕ, προερχόταν από δραστηριότητες σχετικές με διαχείριση δικαιωμάτων αθλητών και αγοραπωλησίες τηλεοπτικών δικαιωμάτων.

Η τακτική της ΑΑΔΕ

Οι φοροελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ επιχείρησαν να παρακάμψουν την πενταετή προθεσμία της παραγραφής των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, η οποία έχει κατοχυρωθεί με προγενέστερες αποφάσεις του ΣτΕ.

Υποστήριξαν πως, οι συγκεκριμένες κινήσεις των καταθέσεων, αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» καθώς τα αρχικά στοιχεία που ελήφθησαν εντός της πενταετίας ήταν ελλιπή και επιπλέον, αποκαλύπτουν φορολογικές παραβάσεις, οι οποίες δεν μπορούσαν να εντοπιστούν με άλλη μέθοδο.

Η φορολογική Αρχή ισχυρίστηκε ότι ο έλεγχος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών αλλά και σε στοιχεία «συναλλαγών και εν γένει σχέσεων και δοσοληψιών» με τράπεζες και χρηματιστηριακές εταιρείες, ο συνδυαστικός έλεγχος των οποίων προσέδωσε χαρακτήρα συμπληρωματικών στοιχείων.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά την ΑΑΔΕ, υπάρχει πλήρης βεβαιότητα απόκρυψης φορολογητέας ύλης παρέχουν τα πορίσματα του ελέγχου, τα οποία αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία».

Διαβάστε περισσότερα στο δημοσίευμα του www.businessdaily.gr πατώντας ΕΔΩ